Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄλλου

Revision as of 15:25, 15 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - ">" to ">")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

German (Pape)

[Seite 107] anderswo, dem ποῦ entsprechend; gew. ist ἀλλαχοῦ; – ἀλλουγέπου, irgend sonst wo.

Spanish (DGE)

adv. en otra parte ἐ[π] ὶ τῷ ἄλλου τὴν κατοικίαν ἔχειν <με> UPZ 161.14 (II a.C.), cf. 160.18 (II a.C.); v. tb. ἄλλει, ἄλλῃ.

Greek Monolingual

επίρρ. (Μ ἀλλοῦ)
1. (δίχως κίνηση) σε άλλο τόπο, σε άλλο μέρος
2. (με κίνηση) προς άλλο τόπο, προς άλλη κατεύθυνση
3. α) σε άλλη αρχή, σε άλλη βάση
β) σε άλλο πρόσωπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἄλλος κατά τα αὐτός > αὐτοῦ, πάντα > παντοῦ.
ΠΑΡ. νεοελλ. αλλούθε].

Greek Monotonic

ἄλλου: επίρρ. ἄλλοσε.

Middle Liddell

= ἄλλοσε