Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄμετρος

Revision as of 09:59, 5 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (6_17)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἄμετρος Medium diacritics: ἄμετρος Low diacritics: άμετρος Capitals: ΑΜΕΤΡΟΣ
Transliteration A: ámetros Transliteration B: ametros Transliteration C: ametros Beta Code: a)/metros

English (LSJ)

ον,

   A without or beyond measure, immense, κακόν Simon. 37.16 codd.; opp. μετρητός, Pl.Lg.820c. Adv. -τρως Id.Phd.86c, etc.: neut. pl. as Adv., Babr.11.10.    2 immoderate, in moral sense, Pl.Lg.690e, etc. Adv. -τρως X.Cyr.1.6.34.    3 neverceasing, τέττιγες Simon.174.    4 disproportionate, Pl.Ti.87e: Sup. -ότατος most unequal, Cleom.1.7.    II without metre, prosaic, opp. ἔμμετρος, Arist.Po.1451b1, D.H.Comp.3, etc. Adv. -τρως unmetrically, Critias 4; not in metre, Poll.1.19.    III ἄμετρος, = βάτος, Dsc.4.37.

German (Pape)

[Seite 123] ohne Maaß, a) unermeßlich, dem μετρητός entggstzt, Plat. Legg. VII, 820 c; πλῆθος ἄμ. Xen. An. 3, 2, 16; δαρεικούς, ungeheuer viel, Cyr. 5, 2, 7; neben ἀνάριθμος Theocr. 15, 45. – b) unmäßig, dem μέτριον entgeggstzt, Plat. Legg. III, 690 e, wie dem ἔμμετρον, IV, 716 e; ἄμετρος ἐλευθερίας ἔρως Ep. 8, 354 d; ἡδοναί Tim. Locr. 108 a; γαστήρ Xen. Cyn. 1, 8; dah. unangemessen, τὸ σῶμα ἑαυτῷ ἄμ. Plat. Tim. 87 e. – c) ohne Metrum, ungebundene Rede, Dion. Hal. – Adv. ἀμέτρως, mit ἀλόγως vrbdn Plat. Tim. 53 a, mit ἀναρμόστως Clit. 407 c.

Greek (Liddell-Scott)

ἄμετρος: -ον, ὁ ἄνευ μέτρου, ὁ ὑπερβαίνων τὸ μέτρον, ἄπειρος, ὑπερβολικός, ἀπεριόριστος, Λατ. immensus, Σιμων. 7.16· ἀντίθ. τῷ μετρητός, Πλάτ. Νόμ. 820C: - οὕτω καὶ ἐπίρρ. -τρως ὁ αὐτ. Φαίδων 86C, κτλ.: ὡσαύτως οὐδ. πληθ. ἄμετρα, ὡς ἐπίρρ., Βαβρ. 11.10. 2) ἀκρατὴς ἐν ἠθικῇ ἐννοίᾳ, Πλάτ. Νόμ. 690Ε, κτλ.: - Ἐπίρρ. -τρως Ξεν. Κύρ. 1. 6, 34. 3) ὁ οὐδέποτε παυόμενος, ἄπαυστος, ἀδιάκοπος, τέττιγες Σιμων. 224. 4) δυσανάλογος, ἀσύμμετρος, Πλάτ. Τίμ. 88Ε. ΙΙ. ἄνευ μέτρου, πεζός· ἀντιτίθεται τῷ ἔμμετρος, Κριτίας 3. 4, Ἀριστ. ποιητ. 9. 2, Διον. Ἁλ., κτλ.