Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄμετρος

Revision as of 19:41, 9 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (Bailly1_1)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἄμετρος Medium diacritics: ἄμετρος Low diacritics: άμετρος Capitals: ΑΜΕΤΡΟΣ
Transliteration A: ámetros Transliteration B: ametros Transliteration C: ametros Beta Code: a)/metros

English (LSJ)

ον,

   A without or beyond measure, immense, κακόν Simon. 37.16 codd.; opp. μετρητός, Pl.Lg.820c. Adv. -τρως Id.Phd.86c, etc.: neut. pl. as Adv., Babr.11.10.    2 immoderate, in moral sense, Pl.Lg.690e, etc. Adv. -τρως X.Cyr.1.6.34.    3 neverceasing, τέττιγες Simon.174.    4 disproportionate, Pl.Ti.87e: Sup. -ότατος most unequal, Cleom.1.7.    II without metre, prosaic, opp. ἔμμετρος, Arist.Po.1451b1, D.H.Comp.3, etc. Adv. -τρως unmetrically, Critias 4; not in metre, Poll.1.19.    III ἄμετρος, = βάτος, Dsc.4.37.

German (Pape)

[Seite 123] ohne Maaß, a) unermeßlich, dem μετρητός entggstzt, Plat. Legg. VII, 820 c; πλῆθος ἄμ. Xen. An. 3, 2, 16; δαρεικούς, ungeheuer viel, Cyr. 5, 2, 7; neben ἀνάριθμος Theocr. 15, 45. – b) unmäßig, dem μέτριον entgeggstzt, Plat. Legg. III, 690 e, wie dem ἔμμετρον, IV, 716 e; ἄμετρος ἐλευθερίας ἔρως Ep. 8, 354 d; ἡδοναί Tim. Locr. 108 a; γαστήρ Xen. Cyn. 1, 8; dah. unangemessen, τὸ σῶμα ἑαυτῷ ἄμ. Plat. Tim. 87 e. – c) ohne Metrum, ungebundene Rede, Dion. Hal. – Adv. ἀμέτρως, mit ἀλόγως vrbdn Plat. Tim. 53 a, mit ἀναρμόστως Clit. 407 c.

Greek (Liddell-Scott)

ἄμετρος: -ον, ὁ ἄνευ μέτρου, ὁ ὑπερβαίνων τὸ μέτρον, ἄπειρος, ὑπερβολικός, ἀπεριόριστος, Λατ. immensus, Σιμων. 7.16· ἀντίθ. τῷ μετρητός, Πλάτ. Νόμ. 820C: - οὕτω καὶ ἐπίρρ. -τρως ὁ αὐτ. Φαίδων 86C, κτλ.: ὡσαύτως οὐδ. πληθ. ἄμετρα, ὡς ἐπίρρ., Βαβρ. 11.10. 2) ἀκρατὴς ἐν ἠθικῇ ἐννοίᾳ, Πλάτ. Νόμ. 690Ε, κτλ.: - Ἐπίρρ. -τρως Ξεν. Κύρ. 1. 6, 34. 3) ὁ οὐδέποτε παυόμενος, ἄπαυστος, ἀδιάκοπος, τέττιγες Σιμων. 224. 4) δυσανάλογος, ἀσύμμετρος, Πλάτ. Τίμ. 88Ε. ΙΙ. ἄνευ μέτρου, πεζός· ἀντιτίθεται τῷ ἔμμετρος, Κριτίας 3. 4, Ἀριστ. ποιητ. 9. 2, Διον. Ἁλ., κτλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 immense, innombrable;
2 non conforme à la mesure (vers).
Étymologie: ἀ, μέτρον.