Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄμορος

Revision as of 12:15, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "———————— " to "<br />")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἄμορος Medium diacritics: ἄμορος Low diacritics: άμορος Capitals: ΑΜΟΡΟΣ
Transliteration A: ámoros Transliteration B: amoros Transliteration C: amoros Beta Code: a)/moros

English (LSJ)

ον,

   A = ἄμοιρος, c. gen., τέκνων E.Med.1395; ὠδίνων AP7.465 (Heraclit.).    II abs., unlucky, wretched, cj. Pors. for ἄμοιρος in S.OT248.

German (Pape)

[Seite 128] untheilhaftig, ὠδίνων Heraclid. 1 (VII, 465); bei Eur. τέκνων, beraubt, Med. 1395; ohne cas., unglücklich, Soph. O. R. 248, nach Porson's Emend., s. ἄμμορος.

Greek (Liddell-Scott)

ἄμορος: -ον, = ἄμοιρος, ἄμμορος, μ. γεν., τέκνων Εὐρ. Μήδ. 1395. ΙΙ. ἀπολ., ἀτυχής, ἐλεεινός, ἄθλιος, ἐκ διορθώσεως τοῦ Πόρσ. ἀντὶ ἄμοιρος ἐν Σοφ. Ο. Τ. 248.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 privé de, gén.;
2 malheureux.
Étymologie: ἀ, μείρομαι.

Spanish (DGE)

-ον

• Prosodia: [ᾰ-]
1 c. gen. que carece, que no tiene τέκνων E.Med.1395, ὠδίνων AP 7.465 (Heraclit.), στεφάνων SEG 23.278a (Tebas III a.C.).
2 abs. infortunado S.OT 248.

Greek Monolingual

(I)
ἄμορος, -ον (Α) μόρος
1. (με γεν.) στερημένος, αμέτοχος «ἄμορος τέκνων» (Ευρ.)
2. απόλ. κακότυχος, κακομοίρης «κακὸν κακῶς νιν ἄμορον ἐκτρῑψαι βίον» (Σοφ.).
(II)
-η, -ον
1. άφαντος «έγινεν άμορος»
2. το ουδ. ως ουσ. άμορο, το
το ποντίκι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας
συνδέεται πιθ. με το άμοιρος].
(III)
-η, -ο αμορίλα
1. τεμπέλης, φυγόπονος, ακαμάτης
2. ανίκανος, ανάξιος
«άμορος άνθρωπος, τί περιμένεις»
3. κακός, ελαττωματικός, άγονος (για χωράφι)
«άμορο χούι» κακή συνήθεια
4. άτυχος, κακορίζικος «Στον άμορο τον τόπο το Μάη μήνα χιόνιζε»
5. δυσοίωνος «τί ήρθαν οι πόστες άμορες και τα φερμάνια μαύρα».

Greek Monotonic

ἄμορος: -ον, ποιητ. ἄμμορος I. = ἄμοιρος, με γεν., σε Ευρ.
II. απόλ., άτυχος, ελεεινός, άθλιος, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἄμορος: Soph., Eur., Anth. = ἄμοιρος.

Middle Liddell

poet. ἄμμορος
I. = ἄμοιρος c. gen., Eur.
II. absol., unlucky, wretched, Soph.