Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄτρακτος

Revision as of 20:20, 9 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1a)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἄτρακτος Medium diacritics: ἄτρακτος Low diacritics: άτρακτος Capitals: ΑΤΡΑΚΤΟΣ
Transliteration A: átraktos Transliteration B: atraktos Transliteration C: atraktos Beta Code: a)/traktos

English (LSJ)

. and in Plu.2.271f, ἡ:—

   A spindle, ἄτρακτον στρέφειν Hdt.5.12, cf. 4.34,162, Pl.Plt.281e, etc.; λίνου μεστὸν ἄ. Ar.Ra.1348 (lyr.); Ἀνάγκης ἄ. Pl.R.616c; τῶν Μοιρῶν Arist.Mu.401b15, cf.IG 12(7).447 (Amorgos).    II arrow, ἄ. τοξικός A.Fr.139; . alone, S.Ph.290, Tr.714. In this sense specially Lacon., Th.4.40.    III upper part of a ship's mast, Poll.1.91.    IV spindle-shaped cautery, Hp.Int.28, Vid.Ac.4. (Cf. ἀτρεκής, Lat. torqueo.)

German (Pape)

[Seite 388] ὁ (Plut. qu. Rom. 31 steht ἠλακάτην καὶ τὴν ἄτρακτον schwerlich richtig; de S. N. V. 22 steht οἱ ἄτρακτοι), 1) die Spindel, Her. 5, 12; Plat. Polit. 281 e u. Folgde; πολυλινής Archi. 11 (VI, 39); Ἀνάγκης Plat. Rep. X, 616 c; übh. worum sich etwas dreht. – 2) Pfeil, von der ähnlichen Gestalt, Aesch. frg. 116; Soph. Phil. 290 Tr. 711; ἀτράκτων τοξόται Eur. Rhes. 312; auch in Prosa; Thuc. 4, 40 steht aber bei τὸν ἄτρακτον – λέγων τὸν ὀϊστόν, also vielleicht lakon.; vgl. ἠλακάτη. – 3) nach Poll. 1, 91 der oberste Theil der Segelstange.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ, ἡ)
1 fuseau;
2 flèche.
Étymologie: ἀ p. ἀμφί et pê τρέπω.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ

• Morfología: [fem. ἡ ἄ. Plu.2.271f]
1 huso (πλόκαμον) περὶ ἄτρακτον εἱλίξασαι Hdt.4.34, ἄτρακτος χρύσεος Hdt.4.162, ἡ γυνὴ στρέφουσα τὸν ἄτρακτον Hdt.5.12, cf. Pl.Plt.282e, λίνου μεστὸν ἄτρακτον Ar.Ra.1348, cf. Lys.568, 571, γυνὴ ἐξεπίεσε λίθον ὅσον σπόνδυλον ἀτράκτου Hp.Epid.5.25, cf. Thphr.HP 3.16.4, IG 22.1464.16, 17 (Ática IV a.C.), LXX Pr.31.19, cf. Plu.l.c., Nonn.D.33.272
mit. utilizado por Ἀνάγκη Pl.R.616c, cf. 617c, Plot.2.3.9, 15, 3.4.6, por las Moiras, Arist.Mu.401b15, ὦ Μοίρας ἄτρυτοι ἀνανκαστῆρες ἄτρακτοι IG 12(7).447.10 (Amorgos I a.C.), cf. Luc.IConf.1, Philops.25, Μοιριδίης ... ἄτρακτος ἀνάγκης Nonn.D.2.678.
2 ciruj. cauterio καῦσαι χρὴ ... πυξίνοις ἀτράκτοισι Hp.Int.28, cf. Vid.Ac.4.
3 flecha, dardo πληγέντ' ἀτράκτῳ τοξικῷ τὸν αἰετὸν A.Fr.139.2, νευροσπαδὴς ἄ. S.Ph.290, τὸν γὰρ βαλόντ' ἄτρακτον οἶδα S.Tr.714, πολλοὶ δ' ἀτράκτων τοξόται E.Rh.312, ἀπεκρίνατο ... ἂν ἄξιον εἶναι τὸν ἄτρακτον, λέγων τὸν οἰστόν Th.4.40, (Ἔρως) ἰάλλει ἄτρακτον AP 5.188 (Leon.), cf. Opp.H.4.38, Epic.Alex.Adesp.SHell.939.1, Agath.2.9.4.
4 cofa de un navío (καλεῖται) τὸ δὲ ὑπὲρ τὴν κεραίαν ἄτρακτος Poll.1.91.

• Etimología: Rel. c. ai. tarku- ‘rueca’, lat. torqueo de una raíz *trek- / trok- c. pérdida del apéndice labial de la k- en gr., cf. tb. alb. tjerr- ‘hilar’.

Greek Monolingual

η (Α ἄτρακτος)
1. αδράχτι
2. διάφορα εξαρτήματα σε σχήμα αδραχτιού
νεοελλ.
το κύριο μέρος του αεροσκάφους (σε σχήμα ατράκτου), το οποίο περιλαμβάνει τον θάλαμο πλοηγήσεως και τους χώρους μεταφοράς επιβατών, αποσκευών και εμπορευμάτων
αρχ.
1. βέλος
2. ατρακτοειδές σκεύος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η ομοιότητα της λ. άτρακτος με το αρχ. ινδ. tarku- «αδράχτι» οδηγεί στην άποψη ότι οι δύο αυτοί τ. προήλθαν από ένα αμάρτυρο αρχικό ρ. με σημασία «στρέφω, γυρίζω», αντίστοιχο του λατ. torqueō «στρέφω» (πρβλ. ατρεκής). Κατά συνέπεια, ο τ. άτρακτος σχηματίστηκε από τη συνεσταλμένη βαθμίδα + επίθημα -το με α- προθεματικό ή αθροιστικό-μεγεθυντικό. Η λ. άτρακτος, συνήθως αρσενικού γένους, σπανίως δε θηλυκού, απαντά στον Ηρόδοτο, τον Πλάτωνα, τον Αριστοφάνη και τον Αριστοτέλη με σημασία «ρόκα, αδράχτι» (πρβλ. ηλακάτη), ενώ στον Σοφοκλή σημαίνει «το βέλος». Τέλος, ο τ. χρησιμοποιείται και ως τεχνικός όρος, στον Ιπποκράτη μεν για να δηλώσει «είδος καυτηρίου», στον Πολυδεύκη δε «το ανώτατο μέρος του ιστού του πλοίου».
ΠΑΡ. ατρακίδα (-ίς)
αρχ.-μσν.
ατράκτιο].
ΣΥΝΘ. ατρακτοειδής].

Greek Monotonic

ἄτρακτος: ὁ,
I. αδράχτι, σε Ηρόδ., Αριστοφ. κ.λπ.
II. βέλος, σε Σοφ.· πρβλ. ἠλακάτη· (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

ἄτρακτος:
1) (Plut. ἡ) веретено Her., Arph., Plat., Arst.;
2) стрела Aesch., Soph., Thuc.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m. (f.)
Meaning: spindle (Hdt.), also arrow (S., acc. Th. 4, 40 Laconian).
Other forms: ἄδρακτος H. (LSJ Supp.), Gloss.
Derivatives: ἀτρακτυλ(λ)ίς, -ίδος spindle-thistel, Carthamus lanatus (Arist.). ἀτρακίς kind of thistle (Strömberg Pflanz. 105).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Compared with Skt. tarku- spindle. The connection with Lat. torqueo, and now Myc. toroqejomeno \/trokʷeiomenos\/, is impossible (it would have given π, not κ with Schwyzer 299). The ending has been compared with στρατός, σπάρτον, but remains strange. The ἀ- would also remain unexplained. - Unclear also Alb. tjerr to spin. So rather a loan (from the substr.); perh. confirmed by ἄδρακτος and ἀτρακίς, if the variation κ\/κτ is old and not due to simplification ; for -τος cf. ἄσφαλτος and Chantr. Form. 300f. Skt. tarku- will be unrelated. - Not to ἀτρεκής.

Middle Liddell

[deriv. uncertain].]
I. a spindle, Hdt., Ar., etc.
II. an arrow, Soph.; cf. ἠλακάτη.