Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπίκοτος

Revision as of 17:35, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "''' <b class="num">1)" to "'''<br /><b class="num">1)")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἐπίκοτος Medium diacritics: ἐπίκοτος Low diacritics: επίκοτος Capitals: ΕΠΙΚΟΤΟΣ
Transliteration A: epíkotos Transliteration B: epikotos Transliteration C: epikotos Beta Code: e)pi/kotos

English (LSJ)

ον,

   A wrathful, vengeful, στάσις Pi.Fr.109.4; μήδεα A.Pr.601 (lyr.); ἐπικότους τροφᾶς . . ἀράς in wrath at the sons he had bred, Id.Th.786 (lyr.). Adv. -τως wrathfully, Id.Pr.163 (lyr.).    II. Pass., hateful, S.Fr. 428.

German (Pape)

[Seite 952] zürnend, aufgebracht; στάσις Pind. frg. 228; ἐπ' ἀνδρὶ δῄοισιν ἐπικότῳ, gegen die Feinde, Aesch. Ch. 619, vgl. Prom. 604; voll von Groll u. Haß, D. L. 7, 114. – Adv. ἐπικότως, Aesch. Prom. 192.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπίκοτος: -ον, ὁ μετὰ κότου, ὀργῆς γινόμενος, ἐκδικητικός, στάσιν ἐπίκοτον Πινδ. Ἀποσπ. 228· Ἥρας ἐπικότοισι μήδεσι Αἰσχύλ. Πρ. 602· τέκνοις δ᾿ ἀγρίας ἐφῆκεν ἐπικότους τροφᾶς, αἰαῖ, πικρογλώσσους ἀρὰς ὁ αὐτ. ἐν. Θήβ. 787, ἴδε Ἕρμαν. ‒ Ἐπίρρ. -τως, ἐξωργισμένως, Αἰσχύλ. Πρ. 162. ΙΙ. Παθ., ἐπίμομφος, «ἐπίκοτα· ἐπίμομφα· ἃ πᾶς ἄν τις μέμψαιτο. Σοφοκλῆς Ναυπλίῳ καταπλέοντι» Ἡσύχ. (Σοφ. Ἀποσπ. 386), πρβλ. Αἰσχύλ. Χο. 628.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui garde rancune, vindicatif.
Étymologie: ἐπί, κότος.

English (Slater)

ἐπῐκοτος], -ον
   1 angry στάσιν ἀπὸ πραπίδος ἐπίκοτον ἀνελών fr. 109. 3.

Greek Monolingual

ἐπίκοτος, -ον (Α)
1. θυμωμένος, εχθρικός, εκδικητικός («στάσιν ἐπίκοτον», Πίνδ.)
2. μισητός, απεχθής.
επίρρ...
ἐπικότως
με οργή, θυμωμένα, εχθρικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κότος «οργή»].

Greek Monotonic

ἐπίκοτος: -ον, οργισμένος, εκδικητικός, σε Αισχύλ.· ἐπίκοτος τροφᾶς, εξοργισμένος έναντι των γιων που ανέθρεψε, στον ίδ.· επίρρ. -τως, οργισμένα, θυμωμένα.

Russian (Dvoretsky)

ἐπίκοτος:
1) гневный, возмущенный (μήδεα Aesch.);
2) враждебный (στάσις Pind.).

Middle Liddell

ἐπί-κοτος, ον
wrathful, vengeful, Aesch.; ἐπίκοτος τροφᾶς in wrath at the sons he had bred, Aesch.—adv. -τως, wrathfully, Aesch.