Open main menu

LSJ β

ἐριοραβδιστής

English (LSJ)

οῦ, ὁ, A wool-beater, Stud.Pal.4p.70 (i A.D.).

Greek Monolingual

ἐριοραβδιστής, ὁ (Α)
(παπυρ.) αυτός που ραβδίζει, που ξαίνει τα έρια, ο ξάντης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < έριο(-ν) + ραβδιστής (ραβδίζω)].