Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑκών

Revision as of 13:35, 3 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (cc1)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἑκών Medium diacritics: ἑκών Low diacritics: εκών Capitals: ΕΚΩΝ
Transliteration A: hekṓn Transliteration B: hekōn Transliteration C: ekon Beta Code: e(kw/n

English (LSJ)

ἑκοῦσα, ἑκόν: (

   A ϝέκ- IG9(1).334.12 (Locr.), GDI5131b (Crete), cf. γεκαθά; cf. Skt. váśmi 'wish'):—readily, Od.4.649, etc.; freq. contrasted with ἄκων, ἑ. ἀέκοντί γε θυμῷ Il.4.43; οὐ γάρ τίς με βίῃ γε ἑ. ἀέκοντα δίηται 7.197; ἑκόνθ' ἑκόντι Ζηνὶ συμπαραστατεῖν A.Pr.220; πάρειμι δ' ἄκων οὐχ ἑκοῦσιν S.Ant.276; ἑκόντα μήτ' ἄκοντα Id.Ph.771; βίᾳ τε κοὐχ ἑκών Id.OC935; ἑ. παρ' ἑκόντος λαμβάνειν, i.e. by mutual consent, D.21.44; τὴν φύσιν ἑκοῦσαν καὶ οὐ παθοῦσαν τὰ δέοντα ποιεῖν Gal.19.171.    2 wittingly, purposely, ἑκὼν δ' ἡμάρτανε φωτός Il.10.372, etc.; σφόδρ' ἑκὼν . . ἀγνοεῖν προσποιούμενος D.29.13.    3 in Att. Prose (cf. Phryn.241), ἑ. εἶναι as far as depends on one's will, as far as concerns one, with a neg., Hdt. 7.104, 8.116, Pl.Ap.37a, al.; also in oblique cases, ὑπὸ σοῦ ἑκόντος εἶναι Id.Grg.499c; or in a sentence implying a neg., θαυμάζοιμεν ἂν εἰ . . τις ἑκὼν εἶναι (fort. delendum) . . ἀφικνεῖται; Id.Lg.646b: once affirm., ἑκὼν εἶναι . . οἴχετο Hdt.7.164.    II rarely of things, κακὰ ἑ. κοὐκ ἄκοντα S.OT1230.    III for Adv. see ἑκοντήν, ἑκοντί: regul. Adv. ἑκόντως is dub. in Aristid.2.187, 226J.

German (Pape)

[Seite 788] οῦσα, όν, gen. όντος (ἕκητι), freiwillig, aus eigenem Antriebe, gern; ἑκὼν μεθιεῖς τε καὶ οὐκ ἐθέλεις Il. 6, 523; ἑκὼν δ' ἡμάρτανε φωτός 10, 372; Aesch. Prom. 266 u. sonst; διδόναι Soph. Phil. 1325; βίᾳ τε κοὐχ ἑκών O. C. 939; von Sachen, O. R. 1230; οἳ ἑκόντες κακὰ ποιοῦσιν Plat. Prot. 345 d; oft im Ggstz von ἄκων; ἠνάγκασεν ἡμᾶς οὐχ ἑκόντας ὁμολογεῖν, wider unsern Willen, Soph. 240 c. Oft mit εἶναι, s. εἰμί, – Ἐμοῦ μὲν οὐχ ἑκόντος, wider meinen Willen, Soph. Ai. 450; οὐκ ἐμοῦ γ' ἑκόντος Eur. I. A. 1361; ἐξ ἑκόντων Pol. 5, 66, 6.

Greek (Liddell-Scott)

ἑκών: ἑκοῦσα, ἑκόν: (ἴδε ἐν λ. ἕκηλος): - ἑκουσίως, θεληματικῶς, προθύμως, Ὁμ. κλ., συχνάκις μετ’ ἀντιθέσεως, καὶ γὰρ ἐγὼ σοὶ δῶκα ἑκὼν ἀέκοντί γε θυμῷ, «ἐπεὶ κἀγὼ ἐθελοντὴς παρεχώρησα, μήπω θελησάσης μου τῆς ψυχῆς» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Δ. 43˙ οὐ γάρ τίς με βίῃ γε ἑκὼν ἀέκοντα δίηται, «οὐδεὶς γάρ με ἰσχύι ἑκὼν ἄκοντα διώξει» (Θ. Γαζῆς), Η. 197˙ ἑκόνθ’ ἑκόντι συμπαραστατεῖν Αἰσχύλ. Πρ. 218˙ πάρειμι δ’ ἄκων οὐχ ἑκοῦσιν Σοφ. Ἀντ. 276˙ ἑκόντα μήτ’ ἄκοντα ὁ αὐτ. Φ. 771˙ βίᾳ τε κοὐχ ἑκὼν ὁ αὐτ. Ο. Κ. 935˙ ἑκὼν παρ’ ἑκόντος λαμβάνειν, δηλ. κατ’ ἀμοιβαίαν συναίνεσιν, Δημ. 528. 15. 2) ἐπίτηδες, ἐξεπίτηδες, ἑκὼν δ’ ἡμάρτανε φωτός, «ἐθελουσίως δὲ ἀπέτυχε τοῦ ἀνδρὸς» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Κ. 372, καὶ Ἀττ.˙ σφόδρ’ ἑκὼν... ἀγνοεῖν προσποιούμενος Δημ. 848. 15. 3) παρὰ πεζογράφοις, ἑκὼν εἶναιἑκών, ὅσον ἐξαρτᾶται ἐξ ἐμοῦ, ὅσον δι’ ἐμέ, τὸ πλεῖστον μετ’ ἀρνητικοῦ, ὡς ἐν Ἡρόδ. 7. 104., 8. 116, Πλάτ. Ἀπολ. 37Α, κ. ἀλλ.˙ ἢ ἐν προτάσει ἐνσημαινούσῃ ἄρνησιν, ὡς, θαυμάζοιμεν ἄν, εἰ... τις ἑκών... ἀφικνεῖται ὁ αὐτ. Πολ. 646Β. πολὺ σπανίως βεβαιωτ., ἑκών τε εἶναι... οἴχετο ἐς Σικελίην Ἡρόδ. 7. 64. ΙΙ. σπανίως ὡς τὸ ἑκούσιος, ἐπὶ πραγμάτων, ἴδε ἀέκων ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

οῦσα, όν ; gén. -όντος, -ούσης, -όντος;
1 qui agit de son plein gré, spontanément ; ἑκὼν εἶναι, m. sign. ; en parl. de choses de soi-même;
2 qui consent, (d’ord. avec une nég.) οὐχ ἑκών qui fait qch non volontairement, malgré soi : βίᾳ τε κοὐχ ἑκών SOPH de force et malgré moi ; ἐμοῦ μὲν οὐκ ἑκόντος SOPH malgré moi.
Étymologie: pour Ϝεκών, de la R. Ϝεκ, vouloir bien ; cf. lat. invitus, p. *in-vic-tus.

English (Autenrieth)

(ϝεκ.): willingly, intentionally, of one's own will; ἑκὼν ἀέκοντί γε θῦμῷ, i. e. not by compulsion, and yet reluctantly, Il. 4.43 ; ἑκὼν δ' οὐκ ἄν τις ἕλοιτο (δῶρα θεῶν), i. e. they cannot be got otherwise than from the gift of the gods, Il. 3.66.

English (Slater)

ἑκών (ἑκών, -όντος, -όντι; -όντες; -όντι)
   1 willing, ready ὡς Αὐγέαν λάτριον ἀέκονθ' ἑκὼν μισθὸν ὑπέρβιον πράσσοιτο (O. 10.29) ἑκὼν ἔβαν ἐπίκουρος (O. 13.96) “τοῦτον ἄεθλον ἑκὼν τέλεσον” (P. 4.165) καὶ γὰρ ἑκὼν θυμῷ γελανεῖ θᾶσσον ἔντυνεν (P. 4.181) κέρδος δὲ φίλτατον, ἑκόντος εἴ τις ἐκ δόμων φέροι (P. 8.14) ἤθελον κείνου γε πείθεσθ' ἀναξίαις ἑκόντες (N. 8.10) “τῷ παρεόντι δ' ἐπαινήσαις ἑκὼν ἄλλοτ ἀλλοῖα φρόνει” fr. 43. 4. οὔτις ἑκὼν κακὸν εὕρετο fr. 226. ἑκόντι τοίνυν πρέπει νόῳ τὸν εὐεργέταν ὑπαντιάσαι (P. 5.43) ὦναξ, ἑκόντι δ' εὔχομαι νόῳ κατά τιν ἁρμονίαν βλέπειν (P. 8.67) ἑκόντι δ' ἐγὼ νώτῳ μεθέπων δίδυμον ἄχθος (N. 6.57)

Spanish (DGE)

ἑκοῦσα, ἑκόν

• Alolema(s): cret. fem. γέκαθα Hsch.

• Grafía: graf. Ϝεκ- ICr.2.5.25b.5 (Axo III a.C.?), Ϝεϙ- IG 92.718.12 (Calión V a.C.)

• Morfología: [fem. sg. nom. ἕκασσα SEG 50.1638.87, ἑκοῖσα ib.89 (Cirene IV a.C.)]
A Ide pers.
1 que actúa de grado, voluntario, con consentimiento
a) op. ἄκων: ἐγὼ σοὶ δῶκα ἑ. ἀέκοντί γε θυμῷ yo te lo he otorgado voluntariamente sin quererlo mi corazón, Il.4.43, πάρειμι δ' ἄκων οὐχ ἑκοῦσιν aquí estoy sin quererlo junto a vosotros que tampoco lo queréis, e.e., estoy aquí en contra de mi voluntad y de la vuestra S.Ant.276, ἑκόντα μήτ' ἄκοντα ni queriendo ni sin querer, e.e., ni por las buenas ni por las malas S.Ph.771, cf. Epich.34, Aen.Tact.6.7, ἑκοῦσαν οὐκ ἄκουσαν ἐπισείσω πόλιν E.Or.613 (cód.), cf. Andr.357, ὁ μὲν ἄκων ἀμαθής, ὁ δ' ἑ. εὐάγωγος el uno es ignorante mal de su grado, en cambio el otro se deja llevar voluntariamente Ph.1.586, cf. Lys.21.11, 30.16, οὐκ ἑ. ἀλλ' ἀναγκαζόμενος διὰ τοὺς κλέπτας SEG 30.326.2 (Atenas I d.C.);
b) sin oponerse a su antónimo αὐτὸς ἑκὼν οἱ δῶκα Od.4.649, ἑ. ἐπίορκον ὁμόσσας Hes.Op.282, cf. Th.232, ἑκόνθ' ἑκόντι Ζηνὶ συμπαραστατεῖν ponerme voluntariamente de parte de Zeus y con su consentimiento A.Pr.218, εἰ μὴ μέτοικος ... θέλεις εἶναι βίᾳ τε κοὐχ ἑκών si no quieres ser un extranjero a la fueza y mal de tu grado S.OC 935, ἑ. ἐμήνυσε puso la denuncia por su propia voluntad Lys.13.19, cf. 31, ἑκόντες ἔδομεν αὐτῷ τὴν ἐν ἄστει οἰκίαν Is.5.29, ἑκὼν ἐγὼ συγχωρῶ Is.11.3, cf. SEG ll.cc., εἰ δεῖ ἑκόντα ... ἄνθρωπον εἰς ... φαυλότητα ἑαυτὸν ἐμβάλλειν Pl.Lg.646b, ἂν μὲν ἑκὼν παρ' ἑκόντος τις λάβῃ τάλαντον ἕν si un individuo toma en préstamo de otro un talento con mutuo consentimiento D.21.44, εἰ μὲν ἑ., Ἀρχῖν', ἐπεκώμασα Call.Epigr.42.1, λαβόντας ... τὴν ἐπιτροπὴν παρ' ἑκόντων ὃ βούλοιντο πράττειν habiendo recibido una cesión de potestad que les fue ofrecida voluntariamente Plb.36.9.17, ὁ δὲ οὐχ ἑκών, ἀλλὰ ὁ θεὸς παρέδωκεν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ LXX Ex.21.13, παρ' ἑκόντων ἔλαβε τὴν ἀρχήν recibió el poder de quienes se lo otorgaron voluntariamente Ph.2.106, εἰ γὰρ ἑ. τοῦτο πράσσω, μισθὸν ἔχω 1Ep.Cor.9.17, φρουρὰν ἑκόντες ἐδέξαντο I.Vit.347, ἵν' ἑκὼν πείθωμαι αὐτῷ para obedecerle de grado Arr.Epict.4.3.9, cf. 3.5.9, ἑ. μετέστη Vett.Val.90.2, cf. 250.6, Aristid.Quint.58.24, τὴν μὲν φύσιν ἑκοῦσαν καὶ οὐ παθοῦσαν τὰ δέοντα ποιεῖν πεπιστεύκαμεν Gal.19.171, ἑ. φυγάς τε καὶ πένης ἐγίγνετο Amph.Seleuc.223, cf. Mart.Pol.4, Ath.Al.M.26.24C
subst. οἱ ἑκόντες los voluntarios Charito 8.2.14;
c) c. εἶναι en lo que de uno depende gener. en or. neg. ἑ. τε εἶναι οὐδ' ἂν μουνομαχέοιμι si de mi dependiera, no desearía luchar siquiera en combate singular Hdt.7.104, ὃς οὔτε αὐτὸς ἔφη τῷ Ξέρξῃ ἑ. εἶναι δουλεύσειν el cual dijo que, de grado, no iba a ser esclavo de Jerjes Hdt.8.116, πέπεισμαι ἐγὼ ἑ. εἶναι μηδένα ἀδικεῖν ἀνθρώπων Pl.Ap.37a, raro en or. afirmativa ἑ. τε εἶναι ... οἴχετο ἐς Σικελίην por propia iniciativa se trasladó a Sicilia Hdt.7.164.
2 que actúa deliberadamente, adrede, aposta οὐ γάρ τίς με ... ἑ. ἀέκοντα δίηται pues no hay quien me ponga en fuga adrede contra mi voluntad, Il.7.197, ἑκὼν δ' ἡμάρτανε φωτός erró al hombre aposta, Il.10.372, ἑ. ὅστις ἔρδῃ μηδὲν αἰσχρόν Simon.37.28, οὐκ ᾤμην ... ὑπὸ σοῦ ἑκόντος εἶναι ἐξαπατηθήσεσθαι no pensaba yo que iba a ser engañado deliberadamente por ti Pl.Grg.499c, ὄμοσσε ... μήποτ' ἔτι ξείνοισιν ἑκὼν ἀνιηρὸς ἔσεσθαι juró no molestar nunca más deliberadamente a extranjeros Theoc.22.134, τοὺς ... συμμάχους ἑκὼν μὲν οὐδεὶς διαφθείρει Plb.18.4.2, οὐ ψεύδῃ ἑκών no te engañas deliberadamente Luc.Herm.77, cf. M.Ant.9.2, Orib.2.68.9, c. suj. no de pers. ἅπερ ἑκοῦσα (ἡ ἡδονὴ) ἀπεκρύψατο cosas que precisamente escondió el placer adrede Ph.2.269.
II de cosas deseado, voluntario op. ἄκων: τὰ δ' αὐτίκ' εἰς τὸ φῶς φανεῖ κακὰ ἑκόντα κοὐκ ἄκοντα enseguida se mostrarán a la luz los infortunios voluntarios y no involuntarios S.OT 1230.
B adv. -ως voluntariamente τὰ τῶν ἑκόντως ἀποθνῃσκόντων χρήματα las posesiones de los que se suicidan D.C.58.16.3, cf. Rh.3.655.32. • DMic.: we-ka-sa (?).

• Etimología: Antiguo part. corresp. a ai. uśant- c. vocalismo /e/ a partir de un antiguo pres. *Ϝέκ-μι atestiguado en het. wek-mi, ai. váśmi ‘yo deseo’.

English (Strong)

of uncertain affinity; voluntary: willingly.

English (Thayer)

ἑκοῦσα, ἑκον, unforced, voluntary, willing, of one's own will, of one's own accord: Homer down.)

Greek Monolingual

-ούσα, -όν (AM ἑκών, -οῡσα, -όν)
αυτός που ενεργεί ή πάσχει κάτι με τη θέλησή του, οικειοθελώς προσφερόμενος, εθελοντής
αρχ.
1. αυτός που ενεργεί από πρόθεση, επίτηδεςἑκών ἠμάρτανεν» — επίτηδες αποτύγχανε)
2. φρ. α) «ἑκών εἶναι» — όσο εξαρτάται από μένα, όσο για μένα
β) «ἑκών ἄκων» — με τη θέλησή μου ή όχι
γ) «ἑκών παρ' ἑκόντος λαμβάνειν» — κατά αμοιβαία συναίνεση.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αρχ. τ. μετοχής που αντιστοιχεί στο αρχ. ινδ. usant- (θηλ. uśat-i), στο οποίο απαντά η μηδενισμένη βαθμίδα της αρχικής ΙΕ ρίζας wek- «θέλω, εύχομαι». Η απαθής βαθμίδα της ρίζας του ελληνικού τύπου εκών είναι υστερογενής και, μολονότι απαντά σε τύπους οριστικής άλλων γλωσσών (πρβλ. χετ. uek-mi, αρχ. ινδ. vaś-mi «εύχομαι, επιθυμώ, απαιτώ»), στην Ελληνική δεν έχει διασωθεί αντίστοιχος τ. (Fεκ-μι). Η σημασία του δηλώθηκε στην Ελληνική από τα ρήματα βούλομαι και εθέλω. Στην ίδια ρίζα ανάγονται και τα εκάεργος, ένεκα. Τέλος η δασύτητα εξηγείται πιθ. αναλογικά προς το έ].

Greek Monotonic

ἑκών: ἑκοῦσα, ἑκόν,
1. πρόθυμος, θεληματικός, εθελούσιος, αυτός που έχει ελεύθερη προαίρεση, πρόθυμος, σε Όμηρ. κ.λπ.
2. επίτηδες, σκόπιμα, εκούσια, ἑκὼνἡμάρτανε φωτός, σε Ομήρ. Ιλ., Αττ.
3. στον πεζό λόγο, ἑκὼν εἶναι ή ἑκών, όσο εξαρτάται από τη δική μου θέληση, κυρίως με άρνηση, σε Ηρόδ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἑκών: οῦσα, όν, gen. όντος, ούσης, όντος
1) добровольный, по собственному желанию: ἑ. ἀέκοντί γε θυμῷ Hom. (я делаю это) по собственной воле, хотя в душе я против; πάρειμ᾽ ἄκων οὐχ ἑκοῦσιν Soph. я здесь против своей воли, (да и) против вашей; ἂν ἑ. παρ᾽ ἑκόντος τις λάβῃ τι Dem. если, по взаимной договоренности, один берет что-л. у другого;
2) умышленный, намеренный: ἑ. ἡμάρτανε φωτός Hom. (Диомед) умышленно не попал в него (копьем); ἢ ἑκόντες ἢ ἄκοντες οὐδὲν λέγουσιν Arst. намеренно или невольно, но говорят они вздор.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: voluntary, deliberately
Other forms: (Cret., Locr. Ϝεκών), ἑκοῦσα (Cyren. IVa ἑκασσα, Cret. Ϝεκαθ<θ>α in γεκαθά ἑκοῦσα H.; ἀέκων, Att. ἄκων, ἀέκουσα, ἄκουσα (Dor. ἀέκασσα in <ἀέ>κασσα ἄκουσα H.), ἀέκον, ἆκον unvoluntary, against one's will (Il.). Cf. Leumann Hom. Wörter 252.), ἑκόν;
Derivatives: ἑκούσιος "to somebody who wants", i. e. from free will, voluntary (Ion. Att.) with ἑκουσιότης (late), ἑκουσιάζομαι sacrifice voluntarily with ἑκουσιασμός vol. sacrifice (LXX); ἀεκούσιος, ἀκούσιος unvol., unfree, forced (Ion. Att.; on ἑκών, ἄκων beside ἑκούσιος, ἀκούσιος Schwyzer-Debrunner 180.); - ἑκοντ-ί, -ήν, -ηδόν vol. (postclass.; Schwyzer 623), ἑκοντής m. volunteer (Epikt.), as ἐθελοντής, cf. Schwyzer-Debrunner 175 Zus. 1; - Denomin. ptc. ἀεκαζόμενος (Od., h. Cer.), (Wackernagel IF 45, 314 n. 2 = Kl. Schr. 2, 1254 n. 2).
Origin: IE [Indo-European] [1135] *u̯eḱ- to will, want
Etymology: Old participle (cf. Wackernagel Syntax 1, 283 and 286), identical with Skt. uś-ánt-, f. uś-at-ī́ (: ἑκασσα < *Ϝεκ-ατ-ι̯α) except the stemvowel (on spir. asper Schwyzer 227); the Greek full grade from in the lost indicative *Ϝέκ-μι = Hitt. u̯ek-mi, Skt. váś-mi I want, desire. - Vgl. ἑκάεργος, ἕνεκα and ἕκητι. The origin of ἕκα- (*u̯eḱnt-?) is not certain.

Middle Liddell


1. willing, of free will, readily, Hom., etc.
2. wittingly, purposely, ἑκὼν ἡμάρτανε φωτός Il., attic
3. in Prose, ἑκὼν εἶναι or ἑκών, as far as depends on my will, as far as concerns me, mostly with a negat., Hdt., Plat.

Frisk Etymology German

ἑκών: {hekṓn}
Forms: (kret., lokr. ϝεκών), ἑκοῦσα (kyren. IVa ἑκασσα, kret. ϝεκαθ<θ>α in γεκαθά· ἑκοῦσα H.; ἀέκων, att. ἄκων, ἀέκουσα, ἄκουσα (dor. ἀέκασσα in <ἀέ>κασσα· ἄκουσα H.), ἀέκον, ἆκον unfreiwillig, wider Willen, unabsichtlich (seit Il.).vgl. Leumann Hom. Wörter 252 m. Lit.), ἑκόν;
Grammar: v.
Meaning: freiwillig, absichtlich
Derivative: Ableitungen: ἑκούσιος "zu einem Wollenden in Beziehung stehend", d. h. aus freien Stücken, freiwillig (ion. att.) mit ἑκουσιότης Freiwilligkeit (spät), ἑκουσιάζομαι ‘freiwillig opfern (geopfert werden)’ mit ἑκουσιασμός freiwilliges Opfer (LXX); ἀεκούσιος, ἀκούσιος "zu einem Nichtwollenden in Beziehung stehend", d. h. unfreiwillig, ungern, gezwungen (ion. att.; über den Unterschied zwischen den prädikativen ἑκών, ἄκων und den auch attributiven ἑκούσιος, ἀκούσιος Schwyzer-Debrunner 180 m. Lit.); — ἑκοντί, -ήν, -ηδόν freiwillig (nachklass.; Schwyzer 623), ἑκοντής m. Freiwilliger (Epikt. u. a.), wie ἐθελοντής, vgl. Schwyzer-Debrunner 175 Zus. 1; — denominatives Ptz. ἀεκαζόμενος (Od., h. Cer.), nach ἀναγκαζόμενος (Wackernagel IF 45, 314 A. 2 = Kl. Schr. 2, 1254 A. 2).
Etymology : Altes Partizipium (vgl. Wackernagel Syntax 1, 283 und 286), mit aind. -ánt-, f. -at-ī́ (: ἑκασσα aus *ϝεκατι̯α) bis auf den Stammvokal identisch (zum Spir. asper Schwyzer 227); die sekundäre griechische Hochstufe stammt aus einem im Griechischen verlorengegangenen Indikativ *ϝέκμι = heth. u̯ek-mi, aind. váś-mi ich wünsche, verlange (griech. dafür βούλομαι, ἐθέλω u. a.). — Vgl. ἑκάεργος und ἕνεκα.
Page 1,479

Chinese

原文音譯:˜kèn 赫寬
詞類次數:形容詞(2)
原文字根:出去-是著
字義溯源:自願的*,甘心的,自動的
同源字:1) (ἄκων)不願意 2) (ἑκούσιος)自願 3) (ἑκουσίως)自願地 4) (ἑκών)自願的
出現次數:總共(2);羅(1);林前(1)
譯字彙編
1) 甘心(1) 林前9:17;
2) 自願的(1) 羅8:20