Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἑψάνδρα

Revision as of 11:10, 1 January 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "   <span class="bld">" to "<span class="bld">")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἑψάνδρα Medium diacritics: ἑψάνδρα Low diacritics: εψάνδρα Capitals: ΕΨΑΝΔΡΑ
Transliteration A: hepsándra Transliteration B: hepsandra Transliteration C: epsandra Beta Code: e(ya/ndra

English (LSJ)

ἡ, (ἀνήρ) A cooking up men, epith. of Medea, from her renewing old Aeson, AP15.26.5 (Dosiad.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1132] ἡ, die Männer kochende, Menschen durch Kochen verwandelnde Medea, Dosiad. ara 2 (XV, 26).

Greek (Liddell-Scott)

ἑψάνδρα: ἡ, (ἀνὴρ) ἡ ἕψουσα (βράζουσα) τοὺς ἄνδρας, ἐπίθ. τῆς Μηδείας, ἥτις διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἠθέλησε νὰ ἐπαναγάγῃ εἰς τὴν νεότητα τὸν γέροντα Αἴσονα, Ἀνθ. Π. 15. 16, ἔνθα κακῶς ἕψανδρα.

French (Bailly abrégé)

ας;
adj. f.
qui fait cuire les hommes (Médée).
Étymologie: ἑψέω, ἀνήρ.

Greek Monolingual

ἑψάνδρα, ἡ (Α)
(ποιητ. τ.) (ως επίθ. της Μήδειας) αυτή που βράζει τους άνδρες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἕψω «βράζω» + -ανδρα (< ανήρ, ανδρός), πρβλ. δαμασ-άνδρα, καλεσ-άνδρα].

Greek Monotonic

ἑψάνδρα: ἡ (ἀνήρ), αυτή που ψήνει, βράζει, μαγειρεύει τους άντρες, λέγεται για τη Μήδεια, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἑψάνδρα: ας ἡ варящая мужей (Μήδεια - возвратившая молодость отцу Ясона, Эсону, бросив его в кипящий котел) Anth.

Middle Liddell

ἑψ-άνδρα, ἡ, ἀνήρ
cooking men, of Medea, Anth.