Open main menu

LSJ β

ἑψητήριον

Contents

English (LSJ)

τό, = ἑψητήρ (dish, pan for boiling), Hsch.

German (Pape)

[Seite 1132] τό, das Kochgeschirr, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

ἑψητήριον: τό, «ἑψάνη· ἡ λοπὰς» Ἡσύχ. ΙΙ. = μαγειρεῖον, Ψευδο-Βασίλ. 1313Α.

Greek Monolingual

ἑψητήριον, τὸ (Μ) ἕψω
1. χύτρα
2. (για μοναστήρι) μαγειρείο, ψησταριό.