Open main menu

LSJ β

ἑψητικός

Contents

English (LSJ)

ή, όν, A of or for boiling, Gloss.

German (Pape)

[Seite 1132] das Kochen betreffend, Sp. Von

Greek (Liddell-Scott)

ἑψητικός: -ή, -όν, ἀνήκων εἰς βράσιν, κατάλληλος πρὸς βράσιμον, Γλωσσ.

Greek Monolingual

ἑψητικός, -ή, όν (Α) ἑψητής
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην έψηση, στο βράσιμο ή στο ψήσιμο.