Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠβαιός

Revision as of 15:29, 15 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (Autenrieth)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἠβαιός Medium diacritics: ἠβαιός Low diacritics: ηβαιός Capitals: ΗΒΑΙΟΣ
Transliteration A: ēbaiós Transliteration B: ēbaios Transliteration C: ivaios Beta Code: h)baio/s

English (LSJ)

ά, όν, lon. (Cypr. acc. to AB1095) for βαιός,

   A small, usu. with neg. οὐδέ, οὔ οἱ ἔνι φρένες, οὐδ' ἠβαιαί no sense is in him, no not the least, Il.14.141, cf. Od.21.288; οὔ οἱ ἔνι τρίχες, οὐδ' ἠβαιαί no not even a few, 18.355; also ἠβαιὴν οὔτι κατὰ πρόφασιν Call.Fr.540: rarely without neg., [πηλαμύδες] καὶ ἠβαιαί περ ἐοῦσαι Opp.H.4.514.    II often in neut. as Adv., οὐδ' ἠβαιόν not in the least, not at all, Il.2.380, Od.3.14, etc., cf. Phylarch.(?)84J.: rarely without a neg., ἠβαιὸν ἀπὸ σπείους a little from the cave, Od.9.462.

German (Pape)

[Seite 1148] ion. = βαιός (denn mit ἥβη ist es schwerlich verwandt), gering, klein; Hom. gew. mit οὐδέ, z. B. οὔ οἱ ἔνι φρένες οὐδ' ἠβαιαί, kein Verstand ist in ihm, auch nicht geringer, d. i. auch gar Nichts, Il. 14, 141; Od. 21, 288; οὔ οἱ ἔνι τρίχες οὐδ' ἠβαιαί 18, 354; das neutr. adverbial, οὐδ' ἠβαιόν, auch nicht ein wenig, auch nicht im Geringsten, Il. 2, 380. 386. 13, 106. 702. 20, 361 Od. 3, 14; so sp. D., wie Phylarch. bei Ath. XIV, 639 d; Ap. Rh. 2, 635. Selten ohne Negation, ἐλθόντες δ' ἠβαιὸν ἀπὸ σπείους, ein wenig von der Höhle, Od. 9, 462; πηλαμύδες – καὶ ἠβαιαί περ ἐοῦσαι Opp. Hal. 4, 514.

Greek (Liddell-Scott)

ἠβαιός: -ά, -όν, Ἰων. ἀντὶ βαιός, μικρός, ὀλίγος, κυρίως μετὰ τοῦ ἀρνητικοῦ οὐδέ˙ οὔ οἱ ἔνι φρένες, οὐδ’ ἠβαιαί, δὲν ἔχει νοῦν, οὐδὲ ὀλίγον, Ἰλ. Ξ. 141, Ὀδ. Φ. 288˙ οὕ οἱ ἔνι τρίχες, οὐδ’ ἠβαιαί, δὲν ἔχει τρίχας οὐδὲ ὀλίγας, Σ. 355˙ ὡσαύτως, ἠβαιὴν οὔτι κατὰ πρόφασιν Καλλ. Ἀποσπ. 464˙ σπανίως ἄνευ ἀρνήσ., πηλαμύδες... ἠβαιαί περ ἐοῦσαι Ὀπ. Ἁλ. 4. 514. ΙΙ. συχνὸν ἐν τῷ οὐδ. ὡς ἐπίρρ., οὐδ’ ἠβαιόν, οὐδόλως, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον, Λατ. ne tantillum quidem, Ὀδ. Γ. 14, Ἰλ. Β. 380, 386, κτλ.˙ σπανίως ἄνευ αὐξήσεως, ἠβαιὸν ἀπὸ σπείους, εἰς μικρὰν ἀπὸ τοῦ σπηλαίου ἀπόστασιν, Ὀδ. Ι. 462.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
petit, peu nombreux : οὔ οἱ ἔνι φρένες οὐδ’ ἠβαιαί IL il n’y a en lui aucune intelligence, pas même la plus faible ; adv. • οὐδ’ ἠβαιόν IL pas même un peu, pas du tout ; qqf sans nég. un peu.
Étymologie: cf. βαιός.

English (Autenrieth)

(Att. βαιός): little, slight, usually w. neg., οὐδ' οἱ ἔνι φρένες, οὐδ ἠβαιαί, ‘not the least,’ Il. 14.141, Od. 21.288, Od. 18.355.—Adv., ἠβαιόν, a little, Od. 9.462, elsewhere w. neg.