Open main menu

LSJ β

ἠθονόη

English (LSJ)

coined as etym. of Ἀθηνᾶ, Pl.Cra.407b.

Greek Monolingual

ἠθονόη, ἡ (Α)
(λ. πλασμένη από τον Πλάτ. ως προσπάθεια ετυμολογήσεως του ονόμ. της θεάς Αθηνάς) αυτή που σκέφτεται φρόνιμα, γνωστικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήθος + -νοη, θηλ. του νόος ως β' συνθετικού (πρβλ. Αλκι-νόη, Μειλι-νόη)].