Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠθονόη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἠθονόη Medium diacritics: ἠθονόη Low diacritics: ηθονόη Capitals: ΗΘΟΝΟΗ
Transliteration A: ēthonóē Transliteration B: ēthonoē Transliteration C: ithonoi Beta Code: h)qono/h

English (LSJ)

coined as etym. of Ἀθηνᾶ, Pl.Cra.407b.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek Monolingual

ἠθονόη, ἡ (Α)
(λ. πλασμένη από τον Πλάτ. ως προσπάθεια ετυμολογήσεως του ονόμ. της θεάς Αθηνάς) αυτή που σκέφτεται φρόνιμα, γνωστικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήθος + -νοη, θηλ. του νόος ως β' συνθετικού (πρβλ. Αλκι-νόη, Μειλι-νόη)].