Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ἡγεμόνιος"

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
(Bailly1_2)
(16)
Line 18: Line 18:
 
{{bailly
 
{{bailly
 
|btext=ος, ον :<br /><i>c.</i> [[ἡγεμονικός]] ; <i>subst.</i> ὁ [[ἡγεμόνιος]] le conducteur des âmes (Hermès).<br />'''Étymologie:''' [[ἡγεμών]].
 
|btext=ος, ον :<br /><i>c.</i> [[ἡγεμονικός]] ; <i>subst.</i> ὁ [[ἡγεμόνιος]] le conducteur des âmes (Hermès).<br />'''Étymologie:''' [[ἡγεμών]].
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=[[ἡγεμόνιος]], -ία, -ον (Α)<br /><b>1.</b> αυτός που άρχει, που οδηγεί<br /><b>2.</b> (επίθ. του Ερμή) αυτός που οδηγεί τις ψυχές των [[νεκρών]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ηγεμών</i> (-<i>όνος</i>) <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>ιος</i> (<b>[[πρβλ]].</b> <i>βραχιόν</i>-<i>ιος</i>, <i>δαιμόν</i>-<i>ιος</i>)].
 
}}
 
}}

Revision as of 07:16, 29 September 2017

Full diacritics: ἡγεμόνιος Medium diacritics: ἡγεμόνιος Low diacritics: ηγεμόνιος Capitals: ΗΓΕΜΟΝΙΟΣ
Transliteration A: hēgemónios Transliteration B: hēgemonios Transliteration C: igemonios Beta Code: h(gemo/nios

English (LSJ)

ον,

   A guiding, epith. of Hermes, as the guide of departed souls, cf. ψυχοπομπός, Ar.Pl.1159, IG22.1496.85, Corn. ND16.

German (Pape)

[Seite 1150] = ἡγεμονικός, Sp., wie Clem. Al. Auch heißt Hermes so, der die Seelen der Gestorbenen in die Unterwelt hinabführt, Ar. Plut. 1159.

Greek (Liddell-Scott)

ἡγεμόνιος: -ον, ὁ ἀνήκων εἰς ἡγεμόνα, ἄρχων, ὁδηγῶν, ἡ ἡγ. τοῦ λόγου δύναμις Κλήμ. Ἀλ. 133· -ὁ ἡγ., ἐπίθ. τοῦ Ἑρμοῦ ὡς ὁδηγοῦ τῶν ψυχῶν τῶν τεθνεώτων, ἀλλαχοῦ πομπαῖος, ψυχοπομπός, Ἀριστοφ. Πλ. 1159, Συλλ. Ἐπιγρ. 157, 22.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
c. ἡγεμονικός ; subst.ἡγεμόνιος le conducteur des âmes (Hermès).
Étymologie: ἡγεμών.

Greek Monolingual

ἡγεμόνιος, -ία, -ον (Α)
1. αυτός που άρχει, που οδηγεί
2. (επίθ. του Ερμή) αυτός που οδηγεί τις ψυχές των νεκρών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηγεμών (-όνος) + κατάλ. -ιος (πρβλ. βραχιόν-ιος, δαιμόν-ιος)].