Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ἡμεροδρόμος"

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
m (Text replacement - "<i>ὁ [[" to "ὁ [[")
m
 
Line 8: Line 8:
 
|Transliteration C=imerodromos
 
|Transliteration C=imerodromos
 
|Beta Code=h(merodro/mos
 
|Beta Code=h(merodro/mos
|Definition=ον, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">taking a day to traverse</b>, χώρα <span class="bibl">Tim.<span class="title">Pers.</span>41</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">2</span> <b class="b3">-δρόμος, ὁ</b>,= <b class="b3">ἡμεροδρόμης</b>, <span class="bibl">Hdt.9.12</span>, <span class="bibl">Pl.<span class="title">Prt.</span> 335e</span>, <span class="bibl">Arist.<span class="title">Mu.</span>398a30</span>, <span class="bibl">D.S.15.82</span>: metaph., of the <b class="b2">sun</b>, prob. in <span class="title">PMag.Par.</span>2.190, cf. Hsch.</span>
+
|Definition=ον, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[taking a day to traverse]], χώρα <span class="bibl">Tim.<span class="title">Pers.</span>41</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">2</span> [[ἡμεροδρόμος]], ὁ = [[ἡμεροδρόμης]], <span class="bibl">Hdt.9.12</span>, <span class="bibl">Pl.<span class="title">Prt.</span> 335e</span>, <span class="bibl">Arist.<span class="title">Mu.</span>398a30</span>, <span class="bibl">D.S.15.82</span>: metaph., of the [[sun]], prob. in <span class="title">PMag.Par.</span>2.190, cf. Hsch.</span>
 
}}
 
}}
 
{{pape
 
{{pape

Latest revision as of 18:57, 2 December 2019

Full diacritics: ἡμεροδρόμος Medium diacritics: ἡμεροδρόμος Low diacritics: ημεροδρόμος Capitals: ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ
Transliteration A: hēmerodrómos Transliteration B: hēmerodromos Transliteration C: imerodromos Beta Code: h(merodro/mos

English (LSJ)

ον,

   A taking a day to traverse, χώρα Tim.Pers.41.    2 ἡμεροδρόμος, ὁ = ἡμεροδρόμης, Hdt.9.12, Pl.Prt. 335e, Arist.Mu.398a30, D.S.15.82: metaph., of the sun, prob. in PMag.Par.2.190, cf. Hsch.

German (Pape)

[Seite 1166] ὁ, den Tag über laufend, von der Sonne, VLL. Gew. als subst. Eilbote, Her. 6, 105 Plat. Prot. 355 c, vgl. Poll. 1, 65.

Greek (Liddell-Scott)

ἡμεροδρόμος: -ον, διατρέχων τὴν ἡμέραν, τρέχων δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας, ἥλιος Φώτ., κτλ. ΙΙ. ὡς οὐσιαστ., ταχυδρόμος, ἀγγελιαφόρος, Ἡρόδ. 6. 105., 9. 12, Πλάτ. Πρωτ. 335 Ε· πρβλ. ἡμερινός.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui court le jour ; ὁ ἡμεροδρόμος courrier.
Étymologie: ἡμέρα, δραμεῖν.

Greek Monolingual

ἡμεροδρόμος, -ον (AM)
το αρσ. ως ουσ.ἡμεροδρόμος
πεζοπόρος που διήνυε γρήγορα μεγάλες αποστάσεις και χρησιμοποιούνταν σε ταχυδρομικές υπηρεσίες ή ως αγγελιαφόρος («τῶν ἡμεροδρόμων... τὸν ἄριστον», Ηρόδ.)
αρχ.
1. αυτός τον οποίο μπορεί να διανύσει κάποιος σε μία ημέρα
2. (για τον ήλιο) αυτός που διατρέχει και ολοκληρώνει την πορεία του σε μία ημέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ημερ(ο)- + -δρόμος (< δρό-μος), πρβλ. ταχυ-δρόμος νυκτο-δρόμος.

Greek Monotonic

ἡμεροδρόμος: ὁ (δραμεῖν), ως ουσ., ταχυδρόμος, αγγελιαφόρος, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἡμεροδρόμος: ὁ скороход, гонец Her., Plat., Arst.

Middle Liddell

ἡμερο-δρόμος, ὁ, δραμεῖν
as Subst. a courier, Hdt.