Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ἤχημα"

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
(6_6)
(1ab)
 
(4 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 15: Line 15:
 
{{ls
 
{{ls
 
|lstext='''ἤχημα''': Δωρ. ἄχ-, τό, [[ἦχος]], Φίλων 1. 444· μελῳδὰ ἀχήματα Εὐρ. Ι. Α. 1045· κοινῶς ἰαχήματα, ἴδε [[ἠχέω]] ἐν τέλ.
 
|lstext='''ἤχημα''': Δωρ. ἄχ-, τό, [[ἦχος]], Φίλων 1. 444· μελῳδὰ ἀχήματα Εὐρ. Ι. Α. 1045· κοινῶς ἰαχήματα, ἴδε [[ἠχέω]] ἐν τέλ.
 +
}}
 +
{{bailly
 +
|btext=ατος (τό) :<br />bruit retentissant, bruit.<br />'''Étymologie:''' [[ἠχέω]].
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=[[ἤχημα]] και δωρ. τ. ἄχημα, το (Α) [[ηχώ]]<br /><b>1.</b> ο [[ήχος]]<br /><b>2.</b> το [[άσμα]] («μελῳδοῑς ἀχήμασι», <b>Ευρ.</b>).
 +
}}
 +
{{lsm
 +
|lsmtext='''ἤχημα:''' Δωρ. ἄχ-, τό ([[ἠχέω]]), [[ήχος]], [[θόρυβος]], σε Ευρ.
 +
}}
 +
{{elru
 +
|elrutext='''ἤχημα:''' дор. [[ἄχημα]], ατος (ᾱχ) τό звук, звучание (μελῳδὰ ἀχήματα Eur.).
 +
}}
 +
{{mdlsj
 +
|mdlsjtxt=[[ἠχέω]]<br />a [[sound]], [[sounding]], Eur.
 
}}
 
}}

Latest revision as of 23:10, 9 January 2019

Full diacritics: ἤχημα Medium diacritics: ἤχημα Low diacritics: ήχημα Capitals: ΗΧΗΜΑ
Transliteration A: ḗchēma Transliteration B: ēchēma Transliteration C: ichima Beta Code: h)/xhma

English (LSJ)

Dor. ἄχ-, ατος, τό,

   A sound, f.l. in Ph.1.444; μελῳδοῖς ἀχήμασι prob.l.for ἰαχ-, E.IA1045 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 1180] τό, das Schallen, der Schall, Philo u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἤχημα: Δωρ. ἄχ-, τό, ἦχος, Φίλων 1. 444· μελῳδὰ ἀχήματα Εὐρ. Ι. Α. 1045· κοινῶς ἰαχήματα, ἴδε ἠχέω ἐν τέλ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
bruit retentissant, bruit.
Étymologie: ἠχέω.

Greek Monolingual

ἤχημα και δωρ. τ. ἄχημα, το (Α) ηχώ
1. ο ήχος
2. το άσμα («μελῳδοῑς ἀχήμασι», Ευρ.).

Greek Monotonic

ἤχημα: Δωρ. ἄχ-, τό (ἠχέω), ήχος, θόρυβος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἤχημα: дор. ἄχημα, ατος (ᾱχ) τό звук, звучание (μελῳδὰ ἀχήματα Eur.).

Middle Liddell

ἠχέω
a sound, sounding, Eur.