Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἤχημα

Revision as of 23:10, 9 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1ab)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ἤχημα Medium diacritics: ἤχημα Low diacritics: ήχημα Capitals: ΗΧΗΜΑ
Transliteration A: ḗchēma Transliteration B: ēchēma Transliteration C: ichima Beta Code: h)/xhma

English (LSJ)

Dor. ἄχ-, ατος, τό,

   A sound, f.l. in Ph.1.444; μελῳδοῖς ἀχήμασι prob.l.for ἰαχ-, E.IA1045 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 1180] τό, das Schallen, der Schall, Philo u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἤχημα: Δωρ. ἄχ-, τό, ἦχος, Φίλων 1. 444· μελῳδὰ ἀχήματα Εὐρ. Ι. Α. 1045· κοινῶς ἰαχήματα, ἴδε ἠχέω ἐν τέλ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
bruit retentissant, bruit.
Étymologie: ἠχέω.

Greek Monolingual

ἤχημα και δωρ. τ. ἄχημα, το (Α) ηχώ
1. ο ήχος
2. το άσμα («μελῳδοῑς ἀχήμασι», Ευρ.).

Greek Monotonic

ἤχημα: Δωρ. ἄχ-, τό (ἠχέω), ήχος, θόρυβος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἤχημα: дор. ἄχημα, ατος (ᾱχ) τό звук, звучание (μελῳδὰ ἀχήματα Eur.).

Middle Liddell

ἠχέω
a sound, sounding, Eur.