Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰβανατρίς

Revision as of 07:18, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (17)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ἰβανατρίς Medium diacritics: ἰβανατρίς Low diacritics: ιβανατρίς Capitals: ΙΒΑΝΑΤΡΙΣ
Transliteration A: ibanatrís Transliteration B: ibanatris Transliteration C: ivanatris Beta Code: i)banatri/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ,

   A rope of a draw-well: ἰβανέω, draw water (nisi leg. ἰβανᾶ): ἰβάνη, ἡ, ἴβανον, τό, water-bucket, all in Hsch. ἰβάρβιον· χαλεπόν, ἀνυπόστατον, Id.

German (Pape)

[Seite 1235] ίδος, ἡ, das Brunnenseil, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

ἰβανατρίς: -ίδος, ἡ, τὸ σχοινίον τοῦ κάδου, δι’ οὗ ἀντλοῦσιν ἐκ τοῦ φρέατος ὕδωρ, «σχοινίον ἱμητήριον»Ἡσύχ.- ἰβανάω, συνώνυμ. τῷ ἀντλέω, «ἰβανᾷ· ἀντλεῖ»ὁ αὐτ.- ἰβάνη, ἡ, «κάδος, ἀντλητήριον» ὁ αὐτ. -ἴβανον· «κάδον, σταμνίον, χαλκίον» ὁ αὐτ., πρβλ. ἴβηνος. (Ὁ Κούρτ. σχετίζει τὰς λέξεις ταύτας πρὸς τὸ εἴβω καὶ λείβω).

Greek Monolingual

ἰβανατρίς, ἡ (Α) ιβανώ
το σχοινί του κάδου με τον οποίο γίνεται άντληση από το πηγάδι.