Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰθαίνω

Revision as of 07:18, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (17)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἰθαίνω Medium diacritics: ἰθαίνω Low diacritics: ιθαίνω Capitals: ΙΘΑΙΝΩ
Transliteration A: ithaínō Transliteration B: ithainō Transliteration C: ithaino Beta Code: i)qai/nw

English (LSJ)

   A = εὐφρονῶ, Hsch.: etym. of ἰθαγενής, A.D.Adv.187.25; ἴθαινε θυμόν Anon. ap. An.Ox.1.61 (cf. ἰθαινάθυμος Theognost.Can. 81). (Cogn. with ἰθαρός.)

German (Pape)

[Seite 1245] erkl. Hesych. εὐφρονεῖν u. im pass. θερμαίνεσθαι, also = ἰαίνω.

Greek (Liddell-Scott)

ἰθαίνω: «ἰθαίνειν· εὐφρονεῖν» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

ἰθαίνω (Α)
διάκειμαι ευνοϊκά, είμαι ευνοϊκά διατεθειμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τον αρχ. ινδ. ενεστ. i-n-ddhe «φλέγεται». Και οι δύο τ. εμφανίζουν το ίδιο έρρινο επίθημα -η- και ανάγονται στη μηδενισμένη βαθμίδα idh- της ΙΕ ρίζας aidh- «φλέγομαι, καίω» (πρβλ. αίθω)].