Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰοβάπτης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἰοβάπτης Medium diacritics: ἰοβάπτης Low diacritics: ιοβάπτης Capitals: ΙΟΒΑΠΤΗΣ
Transliteration A: iobáptēs Transliteration B: iobaptēs Transliteration C: iovaptis Beta Code: i)oba/pths

English (LSJ)

[ῐ], ου, ὁ,

   A violet-dyer, Gloss.

German (Pape)

[Seite 1255] ὁ, der Violetfärber.

Greek (Liddell-Scott)

ἰοβάπτης: -ου, ὁ, ὁ βαφεὺς ὅστις βάπτει μὲ χρῶμα τοῦ ἴου, Γλωσσ.

Greek Monolingual

ἰοβάπτης, ὁ (Α)
βαφέας που χρησιμοποιούσε στη βαφή χρώμα ίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἴον + -βάπτης (< βάπτω), πρβλ. τριχο-βάπτης.