Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ἰσάξιος"

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
(6_17)
(18)
 
Line 15: Line 15:
 
{{ls
 
{{ls
 
|lstext='''ἰσάξιος''': -ον, ἴσης ἀξίας, Πορφυρ. π. Ἀποπ. Ἐμψύχ. 2. 55, κλ. - Ἐπίρρ. ἰσαξίως = [[ἴσως]] [[ἀξίως]], Ἰαμβλ. Μυστ. 282, 4.
 
|lstext='''ἰσάξιος''': -ον, ἴσης ἀξίας, Πορφυρ. π. Ἀποπ. Ἐμψύχ. 2. 55, κλ. - Ἐπίρρ. ἰσαξίως = [[ἴσως]] [[ἀξίως]], Ἰαμβλ. Μυστ. 282, 4.
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=-ια, -ο (Α [[ἰσάξιος]], -ον)<br />αυτός που έχει ίση [[αξία]] με κάποιον [[άλλο]], [[εφάμιλλος]], [[ισότιμος]] (α. «[[είναι]] [[ισάξιος]] του [[πατέρα]] του» β. «[[ἰσάξιος]] τῷ Διί», Πρόκλ.)<br /><b>μσν.</b><br />[[επαρκής]], [[ανάλογος]], [[ικανοποιητικός]]. <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br /><i>ισαξίως</i> και <i>ισάξια</i> (Α ἰσαξίως)<br />[[εξίσου]], με την [[ίδια]] [[αξία]], αντάξια.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἰσ</i>(<i>ο</i>)- <span style="color: red;">+</span> -[[άξιος]] (<span style="color: red;"><</span> [[ἄξιος]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>αντ</i>-[[άξιος]], <i>τιμ</i>-[[άξιος]]].
 
}}
 
}}

Latest revision as of 07:19, 29 September 2017

Full diacritics: ἰσάξιος Medium diacritics: ἰσάξιος Low diacritics: ισάξιος Capitals: ΙΣΑΞΙΟΣ
Transliteration A: isáxios Transliteration B: isaxios Transliteration C: isaksios Beta Code: i)sa/cios

English (LSJ)

ον,

   A of equal worth, Porph.Abst.2.55; τῷ Διί Procl.in Cra.p.50 P.; τοῖς θεοῖς Iamb.Myst.3.21; adequate, πρός τι Dam.Pr.43, cf. 28. Adv. -ίως Iamb.Myst.9.7.

German (Pape)

[Seite 1263] gleich an Werth, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσάξιος: -ον, ἴσης ἀξίας, Πορφυρ. π. Ἀποπ. Ἐμψύχ. 2. 55, κλ. - Ἐπίρρ. ἰσαξίως = ἴσως ἀξίως, Ἰαμβλ. Μυστ. 282, 4.

Greek Monolingual

-ια, -ο (Α ἰσάξιος, -ον)
αυτός που έχει ίση αξία με κάποιον άλλο, εφάμιλλος, ισότιμος (α. «είναι ισάξιος του πατέρα του» β. «ἰσάξιος τῷ Διί», Πρόκλ.)
μσν.
επαρκής, ανάλογος, ικανοποιητικός.
επίρρ...
ισαξίως και ισάξια (Α ἰσαξίως)
εξίσου, με την ίδια αξία, αντάξια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -άξιος (< ἄξιος), πρβλ. αντ-άξιος, τιμ-άξιος].