Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ἰσοδύναμος"

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
(6_16)
(18)
 
Line 15: Line 15:
 
{{ls
 
{{ls
 
|lstext='''ἰσοδύναμος''': -ον, [[ἴσος]] τὴν δύναμιν, Ἀλέξ. Ἁφρ. Προβλ. 1. 135. - Ἐπίρρ. -μως, Εὐστ. 72. 33.
 
|lstext='''ἰσοδύναμος''': -ον, [[ἴσος]] τὴν δύναμιν, Ἀλέξ. Ἁφρ. Προβλ. 1. 135. - Ἐπίρρ. -μως, Εὐστ. 72. 33.
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=-η, -ο (ΑΜ [[ἰσοδύναμος]], -ον)<br /><b>1.</b> ο [[ίσος]] με άλλον [[κατά]] τη [[δύναμη]], την ισχύ ή την [[ενέργεια]] άσχετα με τις [[μεταξύ]] τους διαφορές (α. «τα δύο κόμματα υπολογίζονται ισοδύναμα» β. «ισοδύναμες τροφές» — λέγεται για θρεπτικές ουσίες που, σε διαφορετικό [[βάρος]], έχουν την [[ίδια]] ενεργειακή [[αξία]])<br /><b>2.</b> αυτός που [[είναι]] [[ίσος]] ή θεωρείται [[ίσος]] με άλλον ως [[προς]] την [[αξία]], τη [[σημασία]] ή τη [[σπουδαιότητα]] (α. «ἱσοδύναμες προτάσεις» — προτάσεις που εκφράζουν την [[ίδια]] [[κρίση]] με διαφορετική [[διατύπωση]]<br />β. «λογισθὲν ἰσοδύναμον τὸ [[ποτὸν]] αἵματι», ΠΔ)<br /><b>3.</b> <b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>το ισοδύναμο</i>(<i>ν</i>)<br />η [[ισοδυναμία]]. <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br /><i>ισοδυνάμως</i> και <i>ισοδύναμα</i> (ΑΜ ἰσοδυνάμως)<br />με ισοδύναμο τρόπο, με [[ισοδυναμία]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἰσ</i>(<i>ο</i>)- <span style="color: red;">+</span> -<i>δύναμος</i> (<span style="color: red;"><</span> [[δύναμις]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>αρτιο</i>-<i>δύναμος</i>, <i>μεγαλο</i>-<i>δύναμος</i>].
 
}}
 
}}

Latest revision as of 07:19, 29 September 2017

Full diacritics: ἰσοδῠνᾰμος Medium diacritics: ἰσοδύναμος Low diacritics: ισοδύναμος Capitals: ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΣ
Transliteration A: isodýnamos Transliteration B: isodynamos Transliteration C: isodynamos Beta Code: i)sodu/namos

English (LSJ)

ον,

   A equal in force or power, Alex.Aphr.Pr.1.135; of drugs, Paul.Aeg.2.30; equivalent in meaning, Men.Prot.p.24D.: generally, equivalent, c. dat., LXX 4 Ma.3.15. Adv. -μως, ἔχειν Eust.72.33, cf. Gal.18(2).483.

German (Pape)

[Seite 1264] gleich mächtig, gleich stark, gleich bedeutend, Sp., auch adv.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσοδύναμος: -ον, ἴσος τὴν δύναμιν, Ἀλέξ. Ἁφρ. Προβλ. 1. 135. - Ἐπίρρ. -μως, Εὐστ. 72. 33.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ἰσοδύναμος, -ον)
1. ο ίσος με άλλον κατά τη δύναμη, την ισχύ ή την ενέργεια άσχετα με τις μεταξύ τους διαφορές (α. «τα δύο κόμματα υπολογίζονται ισοδύναμα» β. «ισοδύναμες τροφές» — λέγεται για θρεπτικές ουσίες που, σε διαφορετικό βάρος, έχουν την ίδια ενεργειακή αξία)
2. αυτός που είναι ίσος ή θεωρείται ίσος με άλλον ως προς την αξία, τη σημασία ή τη σπουδαιότητα (α. «ἱσοδύναμες προτάσεις» — προτάσεις που εκφράζουν την ίδια κρίση με διαφορετική διατύπωση
β. «λογισθὲν ἰσοδύναμον τὸ ποτὸν αἵματι», ΠΔ)
3. το ουδ. ως ουσ. το ισοδύναμο(ν)
η ισοδυναμία.
επίρρ...
ισοδυνάμως και ισοδύναμα (ΑΜ ἰσοδυνάμως)
με ισοδύναμο τρόπο, με ισοδυναμία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -δύναμος (< δύναμις), πρβλ. αρτιο-δύναμος, μεγαλο-δύναμος].