Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴπνιος

Revision as of 17:20, 8 July 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b class="b3">(\w+)<\/b>" to "$1")
Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἴπνιος Medium diacritics: ἴπνιος Low diacritics: ίπνιος Capitals: ΙΠΝΙΟΣ
Transliteration A: ípnios Transliteration B: ipnios Transliteration C: ipnios Beta Code: i)/pnios

English (LSJ)

α, ον, (

   A ἰπνός 1) of an oven:—hence ἴπνια, τά, soot, Hsch., cf. Sch.Ar.V. 832.    II (ἰπνός Iv) of a dunghill, Call.Fr.216.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1257] zum Ofen gehörig, nach Hesych. = τὰ καθάρματα τοῦ ἰπνοῦ. – Callim. frg. 216 bei Schol. Ar. Vesp. 832 λύματα, = κόπρος τῶν ζῴων, f. ἰπνός.

Greek (Liddell-Scott)

ἴπνιος: -α, -ον, (ἰπνὸς) ἀνήκων εἰς τὸν ἰπνόν, τὸν κλίβανον (φοῦρνον)· «ἴπνια· τὰ καθάρματα τοῦ ἰπνοῦ» Ἡσύχ. ΙΙ. ἐν Καλλ. Ἀποσπ. 216 (ἐκ τοῦ ἰπνὸς IV) ἡ κόπρος τῶν ζῴων, ἴδε Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Σφ. 832.

Greek Monolingual

ἴπνιος, -ία, -ον (Α)
ιπνός
1. αυτός που ανήκει στον ιπνόν, στον κλίβανο, στον φούρνο
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἴπνια
η αιθάλη, η ασβόλη, η καπνιά
3. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε σωρό κοπριάς, σε κοπρώνα.