Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀαρίζω

Revision as of 15:32, 15 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (Autenrieth)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ὀᾰρίζω Medium diacritics: ὀαρίζω Low diacritics: οαρίζω Capitals: ΟΑΡΙΖΩ
Transliteration A: oarízō Transliteration B: oarizō Transliteration C: oarizo Beta Code: o)ari/zw

English (LSJ)

(ὄαρος), Ep. Verb, used only in pres. and impf.,

   A converse or chat with (Luc.Par.43), c. dat. pers., ὅθι ᾗ ὀάριζε γυναικί Il.6.516 ; τῷ ὀαριζέμεναι (v. δρῦς) 22.127 ; μετ' ἀθανάτοις ὀαρίζειν h.Merc.170 : c.acc. cogn., ὀάρους ὀαρίζει h.Hom.23.3 : contr. impf., ὠρίζεσκον φιλότητι h.Merc.58.

German (Pape)

[Seite 288] vertrauten Umgang haben, sich vertraulich unterhalten; τινί, mit Einem, vom Gespräche, παρθένος ἠΐθεός τ' ὀαρίζετον ἀλλήλοιϊν, Il. 22, 127, vgl. 6, 516; μετά τινι, H. h. Merc. 170; ὀάρους ὀαρίζειν, H. h. 22, 3; auch Luc. paras. 43.

Greek (Liddell-Scott)

ὀᾰρίζω: (ὄαρ), Ἐπικ. ῥῆμα ἐν χρήσει μόνον κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατ., συνομιλῶ μετὰ οἰκειότητος, «γλυκομιλῶ» μετά τινος, (Λουκ. Παράσ. 43), μετὰ δοτ. προσ. ὅθι ᾗ ὀάριζε γυναικὶ Ἰλ. Ζ. 516· ᾧ ὀαριζέμεναι (ἴδε ἐν λ. δρῦς) Χ. 127: οἰκείως κοινωνῶ, συνδιατρίβω, μετ’ ἀθανάτοις ὀαρίζειν Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 170· ὡσαύτως μετὰ συστοίχ. αἰτ., ὀάρους ὀαρίζειν Ὁμ. Ὕμν. 22. 3· συνῃρ. παρατατ., ὠρίζεσκον φιλότητι Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 58.

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et impf. épq. ὀάριζον;
1 vivre en commerce intime : τινί, avec qqn;
2 p. ext. causer, jaser.
Étymologie: ὄαρ.

English (Autenrieth)

inf. ὀαριζέμει αι, ipf. ὀάριζε: converse familiarly, chat. (Il.)