Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀβελία

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Full diacritics: ὀβελία Medium diacritics: ὀβελία Low diacritics: οβελία Capitals: ΟΒΕΛΙΑ
Transliteration A: obelía Transliteration B: obelia Transliteration C: ovelia Beta Code: o)beli/a

English (LSJ)

ἡ, perh.

   A a tax of an obol, SIG1000.3 (Cos, i B. C.).

Greek Monolingual

η
ζωολ. γένος υδρόζωων κνιδοζώων, ασπόνδυλων θηλαστικών που είναι ευρύτατα διαδεδομένα.

Greek Monolingual

ὀβελία, ἡ (Α) οβελός
πιθ. φόρος ενός οβολού.