Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀβελιαῖος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ὀβελιαῖος Medium diacritics: ὀβελιαῖος Low diacritics: οβελιαίος Capitals: ΟΒΕΛΙΑΙΟΣ
Transliteration A: obeliaîos Transliteration B: obeliaios Transliteration C: oveliaios Beta Code: o)beliai=os

English (LSJ)

α, ον,

   A sagittal, of a suture of the skull, ῥαφή Gal.14.720 ; of an incision, straight, διαίρεσις Paul.Aeg.6.8.

German (Pape)

[Seite 289] spießförmig, einen Spieß lang (?); – am Bratspieß geröstet, Philo.

Greek Monolingual

-α, -ο (Α ὀβελιαῑος, -αία, -ον)
1. αυτός που έχει σχήμα οβελού και, γενικά, ράβδου, ραβδοειδής
2. φρ. «οβελιαία ραφή» — η ραφή με την οποία συνδέονται τα δύο βρεγματικά οστά του κρανίου
νεοελλ.
1. ανατ. αυτός που έχει διεύθυνση από τα εμπρός προς τα πίσω ή από την κοιλιά προς τη ράχη και αντιστρόφως
2. φρ. α) «οβελιαίοι κόλποι» — φλεβώδεις κόλποι του κρανίου που απάγουν το αίμα από τον εγκέφαλο
β) «οβελιαία σχισμή» — η σχισμή που χωρίζει τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου
αρχ.
(για τομές, εντομές) ευθύς, ίσιος («ὀβελιαία διαίρεσις»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀβελός + κατάλ. -ιαῖος (πρβλ. νεφρ-ιαίος)].