Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀδελονόμος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀδελονόμος Medium diacritics: ὀδελονόμος Low diacritics: οδελονόμος Capitals: ΟΔΕΛΟΝΟΜΟΣ
Transliteration A: odelonómos Transliteration B: odelonomos Transliteration C: odelonomos Beta Code: o)delono/mos

English (LSJ)

ὁ, title of financial official at Troezen, IG4.757.42.

Greek Monolingual

ὀδελονόμος, ὁ (Α)
τίτλος ανώτατου οικονομικού αξιωματούχου στην Τροιζήνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀδελός, δωρ. τ. της λ. ὀβε-λός + -νόμος].