Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀνομαστί

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ὀνομαστί Medium diacritics: ὀνομαστί Low diacritics: ονομαστί Capitals: ΟΝΟΜΑΣΤΙ
Transliteration A: onomastí Transliteration B: onomasti Transliteration C: onomasti Beta Code: o)nomasti/

English (LSJ)

Adv.

   A by name, ὀ. τινὰς βώσαντες Hdt.5.1 ; λέγειν Id.6.79 ; ἀνακαλεῖν Th.7.70 ; διελθεῖν Isoc.9.51 ; μνησθῆναί τινος D.21.58.—Rare in Poets, as Critias 6.3 D., Call.Aet.Oxy.2080.81:—in form ὀνῠμαστί Berl.Sitzb.1927.167 (Cyrene). [Written in IG12.57.44 (v B.C.), Berl.Sitzb.l.c., and this is confirmed by the quantity [ῐ] in Critias and Call.ll.cc.; but -εί SIG355.18 (Ilium, iv/ iii B.C.), OGI218.27 (ibid., iii B.C.).]

German (Pape)

[Seite 349] namentlich, mit Namen; λέγειν, Her. 6, 79; Antiph. 6, 23; παρακαλεῖν, Xen. An. 6, 3, 24; vgl. Thuc. 7, 69; ἐπέγραψαν ὀνομαστὶ τὰς πόλεις, 1, 132; ἀνακαλεῖν, Arr. An. 2, 7, 11; a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ὀνομαστί: Ἐπίρρ., κατ’ ὄνομα, ἐξ ὀνόματος, Λατ. nominatim, ὀν. τινα βοᾶν Ἡρόδ. 5. 1· λέγειν ὁ αὐτ. 6. 79, Ἀντιφῶν 144. 7· ἀνακαλεῖν Θουκ. 7. 70· μνησθῆναί τινος Δημ. 533. 5. - σπάνιον παρὰ ποιηταῖς, Κριτίας 2. 3 [[[ἔνθα]] ῐ].

French (Bailly abrégé)

adv.
par son nom.
Étymologie: ὄνομα.

Greek Monolingual

(ΑΜ ὀνομαστί, Α και ὀνομαστεί και αιολ. και δωρ. τ. ὀνυμαοτί)
επίρρ. με το όνομα κάποιου, ονομαστικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀνομαστός + επιρρμ. κατάλ. -ί / -εί (πρβλ. αγελαστ-ί)].

Greek Monotonic

ὀνομαστί: επίρρ. (ὀνομάζω), ονομαστικά, με το όνομα, σε Ηρόδ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ὀνομαστί: adv.
1) по имени (βοᾶν τινα Her.; ἀνακαλεῖν Thuc.);
2) поименно (ἐπιγράφειν τὰς πόλεις Thuc.).

Middle Liddell

ὀνομάζω
by name, Hdt., Thuc.