Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀτόστυλλος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὀτόστυλλος Medium diacritics: ὀτόστυλλος Low diacritics: οτόστυλλος Capitals: ΟΤΟΣΤΥΛΛΟΣ
Transliteration A: otóstyllos Transliteration B: otostyllos Transliteration C: otostyllos Beta Code: o)to/stullos

English (LSJ)

ὁ, or -ον, τό, a plant, Epich.161.

German (Pape)

[Seite 405] ὁ, eine Pflanze, Ath. II, 71 a.

Greek Monolingual

ὀτόστυλλος, ό, και ὀτοστυλλον, τὸ (Α)
είδος φυτού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονομ. φυτού άγνωστης ετυμολ. Έχει προταθεί η διόρθωση του τ. σε ὀπόφυλλον].