Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀφειλέτης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀφειλέτης Medium diacritics: ὀφειλέτης Low diacritics: οφειλέτης Capitals: ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ
Transliteration A: opheilétēs Transliteration B: opheiletēs Transliteration C: ofeiletis Beta Code: o)feile/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A debtor, τινι Pl.Lg.736d, etc.; ὀ. εἰμί c. inf., I am under bond to... S.Aj.590, cf. Ep.Rom.8.12: —fem. ὀφειλ-έτις, ιδος, E.Rh.965.

German (Pape)

[Seite 424] ὁ, der Schuldner, der Etwas zu thun oder zu leisten schuldig ist; Soph. Ai. 587; Plat. Legg. V, 736 d; Sp., wie N. T., Matth. 7, 12; χάριτος, Plut. Crass. 12.

Greek (Liddell-Scott)

ὀφειλέτης: -ου, ὁ, ὡς καὶ νῦν, χρεώστης, τινι Πλάτ. Νόμ. 736D, κτλ.· ὀφ. εἰμί, μετ’ ἀπαρ., εἶμαι ὑπόχρεως νά..., Σοφ. Αἴ. 560· ― θηλ. ὀφειλέτις, ιδος, Εὐρ. Ρῆσ. 965.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
débiteur : ποιεῖν τι SOPH obligé, par reconnaissance ou en retour, à faire qch.
Étymologie: ὀφείλω.

English (Strong)

from ὀφείλω; an ower, i.e. person indebted; figuratively, a delinquent; morally, a transgressor (against God): debtor, which owed, sinner.

English (Thayer)

ὀφειλετου, ὁ (ὀφείλω), one who owes another, a debtor: properly, of one who owes another money (Plato, legg. 5,736d.; Plutarch; others); with a genitive of the sum due, one held by some obligation, bound to some duty: ὀφειλέτης εἰμί, equivalent to ὀφείλω, followed by an infinitive, Sophocles Aj. 590); ὀφειλέτης εἰμί τίνος, to be one's debtor i. e. under obligations of gratitude to him for favors received, τίνι (dative commodi), to be under obligation to do something for someone, one who has not yet made amends to one whom he has injured: חַיָב, one who owes God penalty or of whom God can demand punishment as something due, i. e. a sinner, Luke 13:4.

Greek Monolingual

ο (ΑΜ ὀφειλέτης, Α θηλ. ὀφειλέτις, -ιδος)
1. αυτός που οφείλει, που χρωστά, ιδίως χρήματα («ὡς καὶ ἡμεῑς ἀφίεμεν τοῑς ὀφειλέταις ἡμῶν», ΚΔ)
2. (κατ' επέκτ.) αυτός που οφείλει σε κάποιον ευγνωμοσύνη ή κάτι άλλο σχετικό
νεοελλ.
(νομ.) το ένα από τα δύο υποκείμενα υφιστάμενης ενοχής το οποίο υποχρεούται σε παροχή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀφείλω + επίθημα -έτης (πρβλ. επ-έτης)].

Greek Monotonic

ὀφειλέτης: -ου, ὁ (ὀφείλω), οφειλέτης, αυτός που έχει οφειλή, που χρωστάει κάτι, τινί, σε Πλάτ.· θηλ. ὀφειλέτις, -ιδος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ὀφειλέτης: ου ὁ должник (μυρίων ταλάντων NT): ὀ. τινί Plat. чей-л. должник; χάριτός τινος ὀφειλέτην λαβεῖν τινα Plut. оказанием какого-л. благодеяния сделать кого-л. должником; οὐδὲν ἀρκεῖν ὀ. τινὶ εἶναι Soph. не быть обязанным помогать кому-л.

Middle Liddell

ὀφειλέτης, ου, ὁ, ὀφείλω
a debtor, τινί Plat.: ὀφ. εἰμί, c. inf., I am under bond to do a thing, Soph.:—fem. ὀφειλέτις, ιδος, Eur.