Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀχετάριος

Revision as of 12:12, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (30)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὀχετάριος Medium diacritics: ὀχετάριος Low diacritics: οχετάριος Capitals: ΟΧΕΤΑΡΙΟΣ
Transliteration A: ochetários Transliteration B: ochetarios Transliteration C: ochetarios Beta Code: o)xeta/rios

English (LSJ)

ὁ, = Lat.

   A aquilex, Gloss. (pl.).

Greek Monolingual

ὀχετάριος, ὁ (Μ)
αυτός που έχει την ικανότητα να διακρίνει τα μέρη κάτω από τα οποία υπάρχει νερό, υδροσκόπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀχετός + κατάλ. -άριος, πιθ. απόδοση του λατ. aquilex].