Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ὁδαγός"

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
(6_14)
(28)
Line 15: Line 15:
 
{{ls
 
{{ls
 
|lstext='''ὁδᾱγός''': ὁ, Δωρικ. ἀντὶ [[ὁδηγός]], ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἀττικ., Πόρσ. εἰς Εὐριπ. Ὀρ. 26, Λοβ. εἰς Φρύνιχ. 429. πρβλ. [[κυναγός]], [[λοχαγός]].
 
|lstext='''ὁδᾱγός''': ὁ, Δωρικ. ἀντὶ [[ὁδηγός]], ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἀττικ., Πόρσ. εἰς Εὐριπ. Ὀρ. 26, Λοβ. εἰς Φρύνιχ. 429. πρβλ. [[κυναγός]], [[λοχαγός]].
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=[[ὁδαγός]], ὁ (Μ)<br /><b>βλ.</b> [[οδηγός]].
 
}}
 
}}

Revision as of 12:07, 29 September 2017

Full diacritics: ὁδᾱγός Medium diacritics: ὁδαγός Low diacritics: οδαγός Capitals: ΟΔΑΓΟΣ
Transliteration A: hodagós Transliteration B: hodagos Transliteration C: odagos Beta Code: o(dago/s

English (LSJ)

ὁ, Dor. for ὁδηγός, Gp.18.17.8, Phot.

German (Pape)

[Seite 291] ὁ, dor. = ὁδηγός, aber auch bei den Attikern vorkommend, vgl. Lob. Phryn. 429.

Greek (Liddell-Scott)

ὁδᾱγός: ὁ, Δωρικ. ἀντὶ ὁδηγός, ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἀττικ., Πόρσ. εἰς Εὐριπ. Ὀρ. 26, Λοβ. εἰς Φρύνιχ. 429. πρβλ. κυναγός, λοχαγός.

Greek Monolingual

ὁδαγός, ὁ (Μ)
βλ. οδηγός.