Open main menu

LSJ β

ὁλόγυρος

English (LSJ)

ον, A entirely round, all round, in Adv. -ρως, μετρεῖσθαι Hero *Geom.4.13.

Greek (Liddell-Scott)

ὁλόγυρος: -ον, (γῦρος). - Ἐπίρρ. ὁλογύρως, ὁλόγυρα, Ἥρων Νεώτ. 48. 22.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ὁλόγυρος, -ον)
στρογγυλός, κυκλοτερής, κυκλικός.
επίρρ...
ολόγυρα και ολόυρα (Α ὁλογύρως)
γύρω γύρω, από όλα τα μέρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο)- + γύρος].