Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμάδελφος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ὁμάδελφος Medium diacritics: ὁμάδελφος Low diacritics: ομάδελφος Capitals: ΟΜΑΔΕΛΦΟΣ
Transliteration A: homádelphos Transliteration B: homadelphos Transliteration C: omadelfos Beta Code: o(ma/delfos

English (LSJ)

[ᾰ],

   A = αὐτάδελφος, Archyt. ap. Simp.in Cat.178.25, BCH 21.593 (Delph., iv B. C.), Ramsay Cities and Bishoprics 2.567 (Acmonia, iv A. D.), Sch.Ar.Ra.768.

Greek (Liddell-Scott)

ὁμάδελφος: -ον, = ὁμόγνιος, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 757·= αὐτάδελφος Ἐπιγρ. ἔμμετρ.· Δελφ. BCII 1898, σ. 593.

Greek Monolingual

ὁμάδελφος, ὁ (Α)
αδελφός ή αδελφή από τους ίδιους γονείς, αυτάδελφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + ἀδελφός.