Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁμάκοοι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὁμάκοοι Medium diacritics: ὁμάκοοι Low diacritics: ομάκοοι Capitals: ΟΜΑΚΟΟΙ
Transliteration A: homákooi Transliteration B: homakooi Transliteration C: omakooi Beta Code: o(ma/kooi

English (LSJ)

οἱ, (ὁμός, ἀκούω)

   A fellow-hearers, fellow-students in the Pythagorean school, Iamb.VP17.73 :—hence ὁμακοεῖον or ὁμακόϊον, τό, the school of Pythagoreans, ib.6.30, Porph.VP20, Olymp.in Alc. p.132 C. :—also ὁμάϊον, Hierocl.in CA27p.484M., Eust.856.63.

German (Pape)

[Seite 329] οἱ, die Zusammenhörenden, Lerngenossen, so nannten sich die Schüler des Pythagoras, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ὁμάκοοι: οἱ, (ὁμός, ἀκούω) συνακροαταί, συμμαθηταὶ ἐν τῇ τῶν Πυθαγορείων σχολῇ, Ἰάμβλ. ἐν βίῳ Πυθαγ. 73· - ὅθεν ὁμᾰκοεῖον ἢ ὁμᾰκόϊον, τό, ἡ σχολὴ τῶν Πυθαγορείων, Κλήμ. Ἀλ. 355, Ἰάμβλ. ἐν βίῳ Πυθ. 30, Πορφύρ. ἐν βίῳ Πυθ. 20· φέρεται δὲ ὁμάϊον παρὰ τῷ Ἱεροκλ. ἐν Πυθ. 318, Εὐστ. 856. 63. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 276, καὶ Φιλολ. Ποικίλα ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σ. 174.

Greek Monolingual

ὁμάκοοι, οἱ (Α)
(στους Πυθαγορείους) συνήκοοι, συνακροατές, συμμαθητές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + -άκοος (< ἀκούω), πρβλ. συν-άκοος)].