Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ὁπλιτικός"

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
(1ba)
m
 
Line 8: Line 8:
 
|Transliteration C=oplitikos
 
|Transliteration C=oplitikos
 
|Beta Code=o(plitiko/s
 
|Beta Code=o(plitiko/s
|Definition=ή, όν, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">of</b> or <b class="b2">for a man-at-arms</b>, μάχη <span class="bibl">Pl.<span class="title">R.</span>374d</span> ; αἱ ὁ. τάξεις <span class="bibl">X.<span class="title">HG</span>3.4.16</span> ; <b class="b3">ὅπλα</b> ib.<span class="bibl">4.2.7</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">2</span> <b class="b3">ἡ -κή</b> (sc. <b class="b3">τέχνη</b>) <b class="b2">the art of using heavy arms, the soldier' s art</b>, <span class="bibl">Pl.<span class="title">R.</span>333d</span> ; so τὸ -κόν <span class="bibl">Id.<span class="title">La.</span>182d</span> ; also <b class="b3">τὰ -κὰ ἐπιτηδεύειν</b> profess the <b class="b2">art of arms</b>, ib.<span class="bibl">183c</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">II</span> of persons, <b class="b2">heavy-armed</b>, <b class="b3">τὸ -κόν</b> <b class="b2">the soldiery</b>, = [[οἱ ὁπλῖται]], opp. <b class="b3">τὸ ἄνοπλον</b>, <span class="bibl">Arist.<span class="title">Pol.</span>1289b32</span>, cf. <span class="bibl">Th.5.6</span>, <span class="bibl">X.<span class="title">An.</span>7.6.26</span> ; ἡ ὁ. δύναμις <span class="bibl">Arist.<span class="title">Pol.</span>1321a18</span>.</span>
+
|Definition=ή, όν, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[of]] or [[for a man-at-arms]], μάχη <span class="bibl">Pl.<span class="title">R.</span>374d</span> ; αἱ ὁ. τάξεις <span class="bibl">X.<span class="title">HG</span>3.4.16</span> ; [[ὅπλα]] ib.<span class="bibl">4.2.7</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">2</span> ἡ [[ὁπλιτική]] (sc. [[ὁπλιτικὴ τέχνη]]) the [[art of using heavy arms]], the [[soldier's art]], <span class="bibl">Pl.<span class="title">R.</span>333d</span> ; so τὸ ὁπλιτικόν <span class="bibl">Id.<span class="title">La.</span>182d</span> ; also [[τὰ ὁπλιτικὰ ἐπιτηδεύειν]] = [[profess the art of arms]], ib.<span class="bibl">183c</span>. </span><span class="sense">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">II</span> of persons, [[heavy-armed]], [[τὸ ὁπλιτικόν]] = [[the soldiery]], = [[οἱ ὁπλῖται]], opp. [[τὸ ἄνοπλον]], <span class="bibl">Arist.<span class="title">Pol.</span>1289b32</span>, cf. <span class="bibl">Th.5.6</span>, <span class="bibl">X.<span class="title">An.</span>7.6.26</span> ; [[ὁπλιτικὴ δύναμις]] <span class="bibl">Arist.<span class="title">Pol.</span>1321a18</span>.</span>
 
}}
 
}}
 
{{pape
 
{{pape
Line 14: Line 14:
 
}}
 
}}
 
{{ls
 
{{ls
|lstext='''ὁπλῑτικός''': -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς ὁπλίτην, [[μάχη]] Πλάτ. Πολ. 374D· αἱ ὁπλ. τάξεις Ξεν. Ἑλλ. 3. 4, 16· ὅπλα [[αὐτόθι]] 4. 2. 7. 2) ἡ ὁπλιτικὴ (ἐξυπ. [[τέχνη]]), ἡ [[τέχνη]] τοῦ χειρίζεσθαι βαρέα ὅπλα, ἡ [[τέχνη]] τοῦ ὁπλίτου, Πλάτ. Πολ. 333D· οὕτω, τὸ ὁπλιτικόν, ὁ αὐτ. ἐν Λάχ. 182D· [[ὡσαύτως]], τὰ ὁπλιτικὰ ἐπιτηδεύειν, ὑπηρετῶ ὡς [[ὁπλίτης]], [[αὐτόθι]] 183C· ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, [[κατάλληλος]] πρὸς τὴν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ [[ἄνοπλος]], Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 3, 1· ― τὸ ὁπλιτικὸν = οἱ ὁπλῖται, Θουκ. 5. 6, Ξεν. Ἀνέβ. 7. 6, 26· ἡ ὁπλ. [[δύναμις]] Ἀριστ. Πολιτικ. 6. 7, 2.
+
|lstext='''ὁπλῑτικός''': -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς ὁπλίτην, [[μάχη]] Πλάτ. Πολ. 374D· αἱ ὁπλ. τάξεις Ξεν. Ἑλλ. 3. 4, 16· ὅπλα [[αὐτόθι]] 4. 2. 7. 2) ἡ ὁπλιτικὴ (ἐξυπ. [[τέχνη]]), ἡ [[τέχνη]] τοῦ χειρίζεσθαι βαρέα ὅπλα, ἡ [[τέχνη]] τοῦ ὁπλίτου, Πλάτ. Πολ. 333D· οὕτω, τὸ ὁπλιτικόν, ὁ αὐτ. ἐν Λάχ. 182D· [[ὡσαύτως]], τὰ ὁπλιτικὰ ἐπιτηδεύειν, ὑπηρετῶ ὡς [[ὁπλίτης]], [[αὐτόθι]] 183C· ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, [[κατάλληλος]] πρὸς τὴν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ [[ἄνοπλος]], Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 3, 1· ― τὸ ὁπλιτικὸν = οἱ ὁπλῖται, Θουκ. 5. 6, Ξεν. Ἀνέβ. 7. 6, 26· ἡ ὁπλιτικὴ [[δύναμις]] Ἀριστ. Πολιτικ. 6. 7, 2.
 
}}
 
}}
 
{{bailly
 
{{bailly

Latest revision as of 13:49, 23 March 2020

Full diacritics: ὁπλῑτικός Medium diacritics: ὁπλιτικός Low diacritics: οπλιτικός Capitals: ΟΠΛΙΤΙΚΟΣ
Transliteration A: hoplitikós Transliteration B: hoplitikos Transliteration C: oplitikos Beta Code: o(plitiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of or for a man-at-arms, μάχη Pl.R.374d ; αἱ ὁ. τάξεις X.HG3.4.16 ; ὅπλα ib.4.2.7.    2ὁπλιτική (sc. ὁπλιτικὴ τέχνη) the art of using heavy arms, the soldier's art, Pl.R.333d ; so τὸ ὁπλιτικόν Id.La.182d ; also τὰ ὁπλιτικὰ ἐπιτηδεύειν = profess the art of arms, ib.183c.    II of persons, heavy-armed, τὸ ὁπλιτικόν = the soldiery, = οἱ ὁπλῖται, opp. τὸ ἄνοπλον, Arist.Pol.1289b32, cf. Th.5.6, X.An.7.6.26 ; ἡ ὁπλιτικὴ δύναμις Arist.Pol.1321a18.

German (Pape)

[Seite 359] den Schwerbewaffneten betreffend; μάχη, Plat. Rep. II, 374 d; θώραξ, Ep. XIII, 363 a; τὸ ὁπλιτικόν, die schwerbewaffneten Truppen, Thuc. 5, 6; Xen. An. 7, 6, 26; Plat. u. A.; τὰ ὁπλιτικὰ ἐπιτηδεύειν, den Dienst eines Schwerbewaffneten thun, Plat. Lach. 183 c.

Greek (Liddell-Scott)

ὁπλῑτικός: -ή, -όν, ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς ὁπλίτην, μάχη Πλάτ. Πολ. 374D· αἱ ὁπλ. τάξεις Ξεν. Ἑλλ. 3. 4, 16· ὅπλα αὐτόθι 4. 2. 7. 2) ἡ ὁπλιτικὴ (ἐξυπ. τέχνη), ἡ τέχνη τοῦ χειρίζεσθαι βαρέα ὅπλα, ἡ τέχνη τοῦ ὁπλίτου, Πλάτ. Πολ. 333D· οὕτω, τὸ ὁπλιτικόν, ὁ αὐτ. ἐν Λάχ. 182D· ὡσαύτως, τὰ ὁπλιτικὰ ἐπιτηδεύειν, ὑπηρετῶ ὡς ὁπλίτης, αὐτόθι 183C· ΙΙ. ἐπὶ προσώπων, κατάλληλος πρὸς τὴν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἄνοπλος, Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 3, 1· ― τὸ ὁπλιτικὸν = οἱ ὁπλῖται, Θουκ. 5. 6, Ξεν. Ἀνέβ. 7. 6, 26· ἡ ὁπλιτικὴ δύναμις Ἀριστ. Πολιτικ. 6. 7, 2.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui concerne les hoplites ; τὸ ὁπλιτικόν, corps des hoplites, grosse infanterie.
Étymologie: ὁπλίτης.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ὁπλιτικός, -ή, -όν) οπλίτης
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή αρμόζει στον οπλίτη
αρχ.
1. (για πρόσ.) αυτός που είναι κατάλληλος για υπηρεσία στον στρατό
2. το θηλ. ως ουσ. ἡ ὁπλιτική
η τέχνη του να είναι κανείς οπλίτης, δηλ. να χειρίζεται βαριά όπλα
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὁπλιτικόν
α) η οπλιτική τέχνη
β) οι βαριά οπλισμένοι στρατιώτες, οι οπλίτες
4. φρ. α) «τὰ ὁπλιτικὰ ἐπιτηδεύειν» — το να εκτελεί κανείς την υπηρεσία τών οπλιτών
β) «ἡ ὁπλιτική δύναμις» — οι οπλίτες.

Greek Monotonic

ὁπλῑτικός: -ή, -όν,
I. 1. αυτός που ανήκει, προορίζεται ή αρμόζει σε οπλίτη, άντρα υπό τα όπλα, σε Πλάτ., Ξεν.
2. ἡ -κή (ενν. τέχνη), η τέχνη του να χειρίζεται κάποιος βαρέα όπλα, η τέχνη του στρατιώτη, σε Πλάτ.· τὰ ὁπλιτικὰ ἐπιτηδεύειν, υπηρετώ ως οπλίτης, ως άντρας υπό τα όπλα, στον ίδ.
II. λέγεται για πρόσωπα, κατάλληλος για στρατιωτική υπηρεσία, σε αντίθ. προς το ἄνοπλος, σε Αριστ.· τὸ ὁπλιτικόν, σώμα οπλιτών, = οἱ ὁπλῖται, σε Θουκ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ὁπλῑτικός: гоплитский (ὅπλα, θώραξ Plat.; τάξεις Xen.): ὁπλιτικὴ μάχη Plat. бой гоплитов.

Middle Liddell

ὁπλῑτικός, ή, όν [from ὁπλί¯της]
I. of or for a man-at-arms, Plat., Xen.
2. ἡ -κή (sc. τέχνἠ, the art of using heavy arms, the soldier's art, Plat.; τὰ ὁπλιτικὰ ἐπιτηδεύειν to serve as a man-at-arms, Plat.
II. of persons, fit for service, opp. to ἄνοπλος, Arist.:— τὸ ὁπλιτικόν the soldiery, = οἱ ὁπλῖται, Thuc., Xen.