Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ὄαρ"

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
(5)
(3b)
Line 24: Line 24:
 
{{lsm
 
{{lsm
 
|lsmtext='''ὄᾰρ:''' ὄᾰρος, ἡ, η [[σύζυγος]], γεν. πληθ., ὀάρων [[ἕνεκα]] σφετεράων, σε Ομήρ. Ιλ.· συνηρ. δοτ. πληθ., [[ἀμυνέμεναι]] [[ὤρεσσιν]], στο ίδ.
 
|lsmtext='''ὄᾰρ:''' ὄᾰρος, ἡ, η [[σύζυγος]], γεν. πληθ., ὀάρων [[ἕνεκα]] σφετεράων, σε Ομήρ. Ιλ.· συνηρ. δοτ. πληθ., [[ἀμυνέμεναι]] [[ὤρεσσιν]], στο ίδ.
 +
}}
 +
{{elru
 +
|elrutext='''ὄᾰρ:''' [[ὄαρος|ὄᾰρος]] (gen. pl. ὀάρων, dat. pl. [[ὤρεσσι]] из ὀάρεσσι) ἡ подруга, тж. супруга, жена Hom.
 
}}
 
}}

Revision as of 00:40, 1 January 2019

Full diacritics: ὄᾰρ Medium diacritics: ὄαρ Low diacritics: όαρ Capitals: ΟΑΡ
Transliteration A: óar Transliteration B: oar Transliteration C: oar Beta Code: o)/ar

English (LSJ)

ὄᾰρος, ἡ,

   A wife, in gen. pl., ὀάρων ἕνεκα σφετεράων Il.9.327 : contr. dat. pl., ἀμυνέμεναι ὤρεσσι 5.486 : acc. pl., ὄαρας· γάμους, οἱ δὲ γυναῖκας, Hsch.

German (Pape)

[Seite 288] αρος, ἡ, Genossinn, Gesellschafterinn, besonders Ehegenossinn, Gattinn, ἀνδράσι μαρνάμενος ὀάρων ἕνεκα σφετεράων, Il. 9, 327. Vgl. ὧρ (wahrscheinlich von εἴρω, sero, s. auch ἄορ).

Greek (Liddell-Scott)

ὄᾰρ: ὄαρος, ἡ, σύζυγος, ἐν τῇ γεν. πληθ., ὀάρων ἕνεκα σφετεράων, τῶν ἰδίων ἕνεκα γυναικῶν, Ἰλ. Ι. 327· συνῃρ. δοτ. πληθ., ἀμυνέμεναι ὤρεσσιν, ταῖς γυναιξί, Ε. 486. Αἱ δύο λέξεις ὄαρ, ἡ, καὶ ὄαρος, ὁ, (ἴδε τὴν λέξιν) μετὰ τῶν παραγώγων, ὀαρίζω, ὀαριστής, ὀαριστύς, ὁμοιάζουσι τοσοῦτον πρὸς ἀλλήλας, ὥστε εἶναι δυσχερὲς νὰ τὰς διαχωρίσῃ τις· καὶ ἐπειδὴ τὸ ὀαριστὴς σημαίνει οἰκεῖον, φίλον, πιθανὸν καὶ τὸ ὄαρ (ἡ σύζυγος) νὰ εἶχεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοιαύτην σημασίαν· - Οἱ ἐτυμολόγοι ἀναφέρουσι τὸ ὄαρ εἰς τὴν √ΣΕΡ, εἴρω, sero (συνδέω, συναρμολογῶ), πρβλ. συνήορος, Λατ. conjux· τὸ δὲ ὄαρος εἰς τὴν √FΕΡ, εἴρω, ἐρέω, (λέγω, ὁμιλῶ).

French (Bailly abrégé)

ὄαρος (ἡ) ; gén. pl. ὀάρων, contr. au dat. pl. épq. ὤρεσσι, ὀάρεσσι;
compagne, épouse.
Étymologie: p. *σϜόσαρ, cf. lat. soror.

English (Autenrieth)

αρος, dat. pl. ὤρεσσιν: wife. (Il.)

Greek Monotonic

ὄᾰρ: ὄᾰρος, ἡ, η σύζυγος, γεν. πληθ., ὀάρων ἕνεκα σφετεράων, σε Ομήρ. Ιλ.· συνηρ. δοτ. πληθ., ἀμυνέμεναι ὤρεσσιν, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ὄᾰρ: ὄᾰρος (gen. pl. ὀάρων, dat. pl. ὤρεσσι из ὀάρεσσι) ἡ подруга, тж. супруга, жена Hom.