Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ὄαρ"

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
(6_2)
(Bailly1_4)
Line 15: Line 15:
 
{{ls
 
{{ls
 
|lstext='''ὄᾰρ''': [[ὄαρος]], ἡ, [[σύζυγος]], ἐν τῇ γεν. πληθ., ὀάρων [[ἕνεκα]] σφετεράων, τῶν ἰδίων [[ἕνεκα]] γυναικῶν, Ἰλ. Ι. 327· συνῃρ. δοτ. πληθ., ἀμυνέμεναι [[ὤρεσσιν]], ταῖς γυναιξί, Ε. 486. Αἱ δύο λέξεις ὄαρ, ἡ, καὶ [[ὄαρος]], ὁ, (ἴδε τὴν λέξιν) [[μετὰ]] τῶν παραγώγων, [[ὀαρίζω]], [[ὀαριστής]], [[ὀαριστύς]], ὁμοιάζουσι τοσοῦτον πρὸς ἀλλήλας, [[ὥστε]] [[εἶναι]] δυσχερὲς νὰ τὰς διαχωρίσῃ τις· καὶ [[ἐπειδὴ]] τὸ ὀαριστὴς σημαίνει οἰκεῖον, φίλον, πιθανὸν καὶ τὸ ὄαρ (ἡ [[σύζυγος]]) νὰ εἶχεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοιαύτην σημασίαν· - Οἱ ἐτυμολόγοι ἀναφέρουσι τὸ ὄαρ εἰς τὴν √ΣΕΡ, [[εἴρω]], sero ([[συνδέω]], συναρμολογῶ), πρβλ. [[συνήορος]], Λατ. conjux· τὸ δὲ [[ὄαρος]] εἰς τὴν √FΕΡ, [[εἴρω]], [[ἐρέω]], ([[λέγω]], ὁμιλῶ).
 
|lstext='''ὄᾰρ''': [[ὄαρος]], ἡ, [[σύζυγος]], ἐν τῇ γεν. πληθ., ὀάρων [[ἕνεκα]] σφετεράων, τῶν ἰδίων [[ἕνεκα]] γυναικῶν, Ἰλ. Ι. 327· συνῃρ. δοτ. πληθ., ἀμυνέμεναι [[ὤρεσσιν]], ταῖς γυναιξί, Ε. 486. Αἱ δύο λέξεις ὄαρ, ἡ, καὶ [[ὄαρος]], ὁ, (ἴδε τὴν λέξιν) [[μετὰ]] τῶν παραγώγων, [[ὀαρίζω]], [[ὀαριστής]], [[ὀαριστύς]], ὁμοιάζουσι τοσοῦτον πρὸς ἀλλήλας, [[ὥστε]] [[εἶναι]] δυσχερὲς νὰ τὰς διαχωρίσῃ τις· καὶ [[ἐπειδὴ]] τὸ ὀαριστὴς σημαίνει οἰκεῖον, φίλον, πιθανὸν καὶ τὸ ὄαρ (ἡ [[σύζυγος]]) νὰ εἶχεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοιαύτην σημασίαν· - Οἱ ἐτυμολόγοι ἀναφέρουσι τὸ ὄαρ εἰς τὴν √ΣΕΡ, [[εἴρω]], sero ([[συνδέω]], συναρμολογῶ), πρβλ. [[συνήορος]], Λατ. conjux· τὸ δὲ [[ὄαρος]] εἰς τὴν √FΕΡ, [[εἴρω]], [[ἐρέω]], ([[λέγω]], ὁμιλῶ).
 +
}}
 +
{{bailly
 +
|btext=ὄαρος (ἡ) ; <i>gén. pl.</i> ὀάρων, <i>contr. au dat. pl. épq.</i> [[ὤρεσσι]], ὀάρεσσι;<br />compagne, épouse.<br />'''Étymologie:''' p. *σϜόσαρ, cf. <i>lat.</i> soror.
 
}}
 
}}

Revision as of 20:04, 9 August 2017

Full diacritics: ὄᾰρ Medium diacritics: ὄαρ Low diacritics: όαρ Capitals: ΟΑΡ
Transliteration A: óar Transliteration B: oar Transliteration C: oar Beta Code: o)/ar

English (LSJ)

ὄᾰρος, ἡ,

   A wife, in gen. pl., ὀάρων ἕνεκα σφετεράων Il.9.327 : contr. dat. pl., ἀμυνέμεναι ὤρεσσι 5.486 : acc. pl., ὄαρας· γάμους, οἱ δὲ γυναῖκας, Hsch.

German (Pape)

[Seite 288] αρος, ἡ, Genossinn, Gesellschafterinn, besonders Ehegenossinn, Gattinn, ἀνδράσι μαρνάμενος ὀάρων ἕνεκα σφετεράων, Il. 9, 327. Vgl. ὧρ (wahrscheinlich von εἴρω, sero, s. auch ἄορ).

Greek (Liddell-Scott)

ὄᾰρ: ὄαρος, ἡ, σύζυγος, ἐν τῇ γεν. πληθ., ὀάρων ἕνεκα σφετεράων, τῶν ἰδίων ἕνεκα γυναικῶν, Ἰλ. Ι. 327· συνῃρ. δοτ. πληθ., ἀμυνέμεναι ὤρεσσιν, ταῖς γυναιξί, Ε. 486. Αἱ δύο λέξεις ὄαρ, ἡ, καὶ ὄαρος, ὁ, (ἴδε τὴν λέξιν) μετὰ τῶν παραγώγων, ὀαρίζω, ὀαριστής, ὀαριστύς, ὁμοιάζουσι τοσοῦτον πρὸς ἀλλήλας, ὥστε εἶναι δυσχερὲς νὰ τὰς διαχωρίσῃ τις· καὶ ἐπειδὴ τὸ ὀαριστὴς σημαίνει οἰκεῖον, φίλον, πιθανὸν καὶ τὸ ὄαρ (ἡ σύζυγος) νὰ εἶχεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοιαύτην σημασίαν· - Οἱ ἐτυμολόγοι ἀναφέρουσι τὸ ὄαρ εἰς τὴν √ΣΕΡ, εἴρω, sero (συνδέω, συναρμολογῶ), πρβλ. συνήορος, Λατ. conjux· τὸ δὲ ὄαρος εἰς τὴν √FΕΡ, εἴρω, ἐρέω, (λέγω, ὁμιλῶ).

French (Bailly abrégé)

ὄαρος (ἡ) ; gén. pl. ὀάρων, contr. au dat. pl. épq. ὤρεσσι, ὀάρεσσι;
compagne, épouse.
Étymologie: p. *σϜόσαρ, cf. lat. soror.