Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑακινθοειδής

Revision as of 16:07, 1 July 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+)-([\w]+)<\/b>" to "$1-$2")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὑᾰκινθοειδής Medium diacritics: ὑακινθοειδής Low diacritics: υακινθοειδής Capitals: ΥΑΚΙΝΘΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: hyakinthoeidḗs Transliteration B: hyakinthoeidēs Transliteration C: yakinthoeidis Beta Code: u(akinqoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A hyacinth-like, ἄνθη Dsc.3.9.

Greek Monolingual

-ές / ὑακινθοειδής, -ές, ΝΑ
όμοιος με υάκινθο
νεοελλ.
βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια λιλιίδες της τάξης λιλιώδη, παλαιότερα γνωστό, εσφαλμένα, με την ονομασία ενδύμιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑάκινθος + -ειδής. Ως επιστημον. όρος της Νεοελληνικής, η λ. είναι αντιδάνεια, πρβλ. νεολατ. hyacinthoides].