Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "ὠλεσίτεκνος"

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
(13)
 
m
 
(2 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 8: Line 8:
 
|Transliteration C=olesiteknos
 
|Transliteration C=olesiteknos
 
|Beta Code=w)lesi/teknos
 
|Beta Code=w)lesi/teknos
|Definition=ον, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">child-murdering</b>, <span class="bibl">Nonn.<span class="title">D.</span>44.91</span>.</span>
+
|Definition=ον, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> [[infanticide]], [[child-murdering]], <span class="bibl">Nonn.<span class="title">D.</span>44.91</span>.</span>
 +
}}
 +
{{ls
 +
|lstext='''ὠλεσίτεκνος''': -ον, ὁ φονεύων τὰ τέκνα, Νόνν. Διον. 44. 91.
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=-ον, ΜΑ<br />(<b>ποιητ. τ.</b>) αυτός που φονεύει τα [[παιδιά]] του.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Σύνθ. του τύπου [[τερψίμβροτος]] (<b>βλ. λ.</b> [[τέρπω]]) <span style="color: red;"><</span> θ. <i>ὀλεσι</i>- του [[ὄλλυμι]] «[[καταστρέφω]]» (<b>[[πρβλ]].</b> <i>ὤλεσα</i>, <i>ἀπόλεσις</i>) <span style="color: red;">+</span> -<i>τεκνος</i> (<span style="color: red;"><</span> [[τέκνον]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>καλλί</i>-<i>τεκνος</i>. Ο [[μακρός]] [[φωνηεντισμός]] <i>ω</i>- του τ. οφείλεται πιθ. σε μετρικούς λόγους (<b>[[πρβλ]].</b> <i>ὠλεσί</i>-<i>καρπος</i>)].
 
}}
 
}}

Latest revision as of 08:30, 25 March 2019

Full diacritics: ὠλεσίτεκνος Medium diacritics: ὠλεσίτεκνος Low diacritics: ωλεσίτεκνος Capitals: ΩΛΕΣΙΤΕΚΝΟΣ
Transliteration A: ōlesíteknos Transliteration B: ōlesiteknos Transliteration C: olesiteknos Beta Code: w)lesi/teknos

English (LSJ)

ον,

   A infanticide, child-murdering, Nonn.D.44.91.

Greek (Liddell-Scott)

ὠλεσίτεκνος: -ον, ὁ φονεύων τὰ τέκνα, Νόνν. Διον. 44. 91.

Greek Monolingual

-ον, ΜΑ
(ποιητ. τ.) αυτός που φονεύει τα παιδιά του.
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. του τύπου τερψίμβροτος (βλ. λ. τέρπω) < θ. ὀλεσι- του ὄλλυμι «καταστρέφω» (πρβλ. ὤλεσα, ἀπόλεσις) + -τεκνος (< τέκνον), πρβλ. καλλί-τεκνος. Ο μακρός φωνηεντισμός ω- του τ. οφείλεται πιθ. σε μετρικούς λόγους (πρβλ. ὠλεσί-καρπος)].