Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠλεσίτεκνος

Revision as of 08:30, 25 March 2019 by Spiros (talk | contribs)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὠλεσίτεκνος Medium diacritics: ὠλεσίτεκνος Low diacritics: ωλεσίτεκνος Capitals: ΩΛΕΣΙΤΕΚΝΟΣ
Transliteration A: ōlesíteknos Transliteration B: ōlesiteknos Transliteration C: olesiteknos Beta Code: w)lesi/teknos

English (LSJ)

ον,

   A infanticide, child-murdering, Nonn.D.44.91.

Greek (Liddell-Scott)

ὠλεσίτεκνος: -ον, ὁ φονεύων τὰ τέκνα, Νόνν. Διον. 44. 91.

Greek Monolingual

-ον, ΜΑ
(ποιητ. τ.) αυτός που φονεύει τα παιδιά του.
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. του τύπου τερψίμβροτος (βλ. λ. τέρπω) < θ. ὀλεσι- του ὄλλυμι «καταστρέφω» (πρβλ. ὤλεσα, ἀπόλεσις) + -τεκνος (< τέκνον), πρβλ. καλλί-τεκνος. Ο μακρός φωνηεντισμός ω- του τ. οφείλεται πιθ. σε μετρικούς λόγους (πρβλ. ὠλεσί-καρπος)].