Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠφελητικός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ὠφελητικός Medium diacritics: ὠφελητικός Low diacritics: ωφελητικός Capitals: ΩΦΕΛΗΤΙΚΟΣ
Transliteration A: ōphelētikós Transliteration B: ōphelētikos Transliteration C: ofelitikos Beta Code: w)felhtiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A helpful, useful, Ph.1.14, Fr.55 H., Arr. Epict.2.10.23, Aristid.Quint.2.9, Dam.Isid.296.

Greek (Liddell-Scott)

ὠφελητικός: -ή, -όν, βοηθητικός, χρήσιμος, Φίλων 1. 120.

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
ωφέλιμος, βοηθητικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὠφελῶ + κατάλ. -ητικός (πρβλ. βοηθ-ητικός)].