Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὡμαλία

Revision as of 19:24, 2 October 2019 by Spiros (talk | contribs)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ὡμᾰλία Medium diacritics: ὡμαλία Low diacritics: ωμαλία Capitals: ΩΜΑΛΙΑ
Transliteration A: hōmalía Transliteration B: hōmalia Transliteration C: omalia Beta Code: w(mali/a

English (LSJ)

ἡ,

   A flat rate, average, ἐγδίδομεν . . τὰς μὲν στήλας . . πρὸς λίθον ἐφ' ὡμαλίαν ὅ τι ἂν εὕρωσιν IG7.3073.7 (Lebad., ii B. C.); συντελέσει διάχωμα μῆκος ἐφ' ὡμαλίαν ε, πλάτος κάτω ξ ἄνω μ, ὥστ' εἶναι ἐφ' ὡμαλίαν ν PPetr.3p.125 (iii B. C.). (Formed fr. ἀνωμαλία, cf. ὁμαλός.)

Greek Monolingual

ἡ, Α
φρ. «ἐφ' ὡμαλίαν» — κατά μέσο όρο επιγρ..
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχημ. από το σύνθ. ἀν-ωμαλία < ἀνώμαλος < στερητ. - + -ώμαλος (< ὁμαλός, με έκταση λόγω συνθέσεως)].

Frisk Etymology German

ὡμαλία: {hōmalía}
Grammar: f.
Meaning: Gleichförmigkeit, Durchschnitt in ἐφ’ ὡμαλίαν im Durchschnitt (hell. Inschr. u. Pap.; Mayser I : 3, 27).
Etymology : Nach dem Oppositum ἀνωμαλία f. Unebenheit, Ungleichförmigkeit (att. hell. u. sp.), von ἀνώμαλος (kompos. Dehnung); s. ὁμαλός.
Page 2,1147-1148