Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὡρικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὡρῐκός Medium diacritics: ὡρικός Low diacritics: ωρικός Capitals: ΩΡΙΚΟΣ
Transliteration A: hōrikós Transliteration B: hōrikos Transliteration C: orikos Beta Code: w(riko/s

English (LSJ)

ή, όν, (ὥρα)

   A in one's prime, blooming, of the young people, Ar.Ach.272, Fr.235; ὡρικός νέος Ael.NA14.5, cf. 4.8 (Comp.), Alciphr. 1.13; πάνυ γάρ ἐστιν ὡρικώτατα τὰ τιτθί', ὥσπερ μῆλον Crates Com. 40.    II Adv. ὡρικῶς πυνθάνει you ask so maidenly, you ask so prettily, Ar.Pl.963; cf. ὥρα (c) B. 11.

Greek (Liddell-Scott)

ὡρῐκός: -ή, -όν, (ὥρα) ὁ διατελῶν ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἀκμῇ, ἀνθηρός, ἀκμαῖος, ἐπὶ νέων τὴν ἡλικίαν, Ἀριστοφ. Ἀχ. 272, Ἀποσπάσμ. 40· ὡρ. νέος Αἰλ. περὶ Ζῴων 14. 5, πρβλ. 4. 8., 5. 17, Ἀλκίφρ. 1. 13· πάνυ γάρ ἐστιν ὡρικωτάτη τὰ τιτθί ’, ὥσπερ μῆλον Κράτης ἐν Ἀδήλ. 2. ΙΙ. Ἐπίρρ., ὡρικῶς πυνθάνει, ἐρωτᾷς μὲ τόσην χάριν καὶ αἰδημοσύνην, ὡς ἐρωτῶσιν αἱ νεαραὶ κόραι, Ἀριστοφ. Πλ. 963· πρβλ. ὥρα Β. ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui est dans la fleur de l’âge, jeune, beau.
Étymologie: ὥρα.

Greek Monotonic

ὡρῐκός: -ή, -όν (ὥρα), αυτός που βρίσκεται στην ακμή του, νεαρός, ακμαίος, σε Αριστοφ.· επίρρ., ὡρικῶς πυνθάνει, ρωτάς με τόση ντροπαλότητα, τόση χάρη, όπως ρωτούν οι νεαρές κόρες, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ὡρικός: ὥρα 5] цветущей наружности или хорошенький, милый (ἡ ὑληφόρος Arph.).

Middle Liddell

ὡρῐκός, ή, όν [ὥρα]
in one's prime, youthful, blooming, Ar.: adv., ὡρικῶς πυνθάνει you ask so maidenly, so prettily, Ar.