Open main menu

LSJ β

ῥοά

Contents

English (LSJ)

ἡ, Dor. for ῥοή (q.v.).

German (Pape)

[Seite 846] ἡ, dor. = ῥοή, Pind. ἡ, = ῥοιά, der Granatapfel; Pind. frg. 329; Plat. Legg. VIII, 845 b; Ar. Vesp. 1268; auch der Granatbaum, Sp. – Att. ῥόα betont.

Greek (Liddell-Scott)

ῥοά: ἡ, Δωρ. ἀντὶ ῥοή, ὃ ἴδε, Πίνδ.

French (Bailly abrégé)

2c. ῥοιά.

English (Slater)

ῥοά (-αί, -ᾶν, -αῖσι(ν), -άς.)
   a stream, current ὕδατος ὥτε ῥοὰς φίλον ἐς ἄνδρ' ἄγων κλέος ἐτήτυμον αἰνέσω (N. 7.62) παρ' Ἰσμηνοῦ ῥοᾶν (Bergk: ῥοὰν codd.) (N. 11.36) Μέλ[ανό]ς τε ῥοαὶ (Wil.: τε ποταμοῦ ῥοαὶ Π.) fr. 70. 2 ἰδίᾳ τ ἐρεύνασε τεναγέων ῥοάς (N. 3.25)
   b met. προμαθείας δ' ἀπόκινται ῥοαί (join προμαθείας ῥοαί) (N. 11.46) met. of song, cf. (N. 7.62) supra, ῥοαὶ δ' ἄλλοτ ἄλλαι εὐθυμιᾶν τε μέτα καὶ πόνων ἐς ἄνδρας ἔβαν (O. 2.33) εἰ δὲ τύχῃ τις ἔρδων, μελίφρον' αἰτίαν ῥοαῖσι Μοισᾶν ἐνέβαλε (N. 7.11) ἀμνάμονες δὲ βροτοί, ὅ τι μὴ σοφίας ἄωτον ἄκρον κλυταῖς ἐπέων ῥοαῖσιν ἐξίκηται ζυγέν (I. 7.19) ]ροαι δὲ Μοισαι[ ?fr. 334a. 3.

Greek Monotonic

ῥοά: ἡ, Δωρ. αντί ῥοή, ροή, ρεύμα, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

ῥοά:
I ἡ дор. = ῥοή.
II v. l. ῥόα ἡ дор. = ῥοιά.