Open main menu

LSJ β

ῥύφω

English (LSJ)

in aor. inf. ῥύψαι· . . ῥοφῆσαι, and fut. ῥυψόμεθα· . . ῥοφησόμεθα, Hsch. ῥυχάνησις, A v. ῥυκάνησις. ῥυχάχετος, v. ῥυάχετος.

Greek Monolingual

-έω, Α
ιων. τ. βλ. ροφώ.