Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απομάκρυνση

Revision as of 06:57, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (5)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η
1. μετακίνηση, μεταφορά κάποιου μακριά
2. εκτόπιση, αποπομπή, εξορία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < απομακρύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στον Αλέξανδρο Σούτσο].