Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρεμπόδιση

Revision as of 12:14, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (31)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η
1. παρεμβολή εμποδίων, παρακώλυση, επίσχεση
2. εμπόδιο, κώλυμα
3. (ψυχολ.) η παρεμβολή εμποδίου για την εκδήλωση της αιτιολογίας ορισμένων ζωτικών φαινομένων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρεμποδίζω. Η λ., στον λόγιο τ. παρεμπόδισις, μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].