Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπιρομετρία

Revision as of 12:31, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (38)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
ιατρ. μέτρηση με τη βοήθεια του σπειρομέτρου τών όγκων τών αερίων που κινητοποιούνται με τις αναπνευστικές κινήσεις και τών αναπνευστικών αποδόσεων σε κατάσταση ηρεμίας και κόπωσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο συνθ., πρβλ. γαλλ. spirometrie (< λατ. spiro «αναπνέω» + -μετρία)].